Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Βιβλιοκριτική Περιοδικό Διαβάζω

Κατερίνα Δ. Σχοινά
Από τη μικρή στη μεγάλη Ιστορία
                               
Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου
«Η ανάσα στο σβέρκο», μυθιστόρημα
Ψυχογιός, Αθήνα 2011
Σελ. 488

  Αν το πολυδιαβασμένο προηγούμενο μυθιστόρημα « Το Διαμαντένιο Άλφα» της Νόρας Πυλόρωφ Προκοπίου μπορούσε να αναγνωσθεί ως μυθιστόρημα του Χώρου, το νέο της έργο, υπό τον τίτλο «Η ανάσα στο σβέρκο», μπορεί να διαβαστεί ως μυθιστόρημα του Χρόνου. Εδώ δηλαδή δεν πρωταγωνιστεί μια παλίμψηστη, από τις ιστορικές επιστρωματώσεις, πόλη, όπως συνέβαινε με την Θεσσαλονίκη του προηγούμενου έργου, καθώς η γεωγραφία του νέου μυθιστορήματος διευρύνεται, ακολουθώντας το εκτεταμένο άνυσμα του Χρόνου.
  Το έργο ξεκινά από την φαραωνική Αίγυπτο του 14ου αιώνα π.Χ., για να συναντήσει την νεότερη Ιστορία, φτάνοντας μέχρι τη μεταδικτατορική Ελλάδα. Η σημαντικότερη ιστορική στάση του έργου επιχειρείται στον Ισπανικό Εμφύλιο και το τάγμα των 385 Ελλήνων εθελοντών που συμμετείχε σε αυτόν. Μέσω της μικροϊστορίας του αγωνιστή Αρίστου, διωγμένου από τις Ισπανικές Ταξιαρχίες, στιγματισμένου από το κόμμα ως αναρχικού υπό την επιρροή του Ντουρούτι, διπλά εξόριστου στον Αι-Στράτη, σαρκίου εξοντωμένου στους 35 βαθμούς υπό το μηδέν του Σιβηρικού χειμώνα και των καταναγκαστικών έργων, μελλοθάνατου στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, κρεμασμένου επί 5 μέρες απ’το χαλκά στο ταβάνι και βοηθού των Εγγλέζων στην Κρήτη για τη φυγάδευσή τους στην Μ.Ανατολή, καταδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο γράφεται η Ιστορία: «Έχουμε μικρές ιστορίες που πονάνε, φωλιασμένες μέσα στη μεγάλη Ιστορία που υφάνθηκε από μίσος, φανατισμό, βιαιότητα και πολλά λάθη».
Στην μεγάλη Ιστορία εγγράφεται και η ιστορία της ζωής της αινιγματικής Λόης, κόρης του Αρίστου, η οποία παλεύει να διεκδικήσει μια ελευθερία που στερήθηκε λόγω μιας αδυσώπητης κυτταρικής μοίρας. «Ούτε μαύρη ούτε λευκή», γκρίζα και ξένη προς όλους και προς τον εαυτό της, «παραδέρνει σ’ένα λαβύρινθο από αλήθειες και ψέματα», φοβάται την δύναμη της αγάπης, τους κραδασμούς του έρωτα, βασανίζει και βασανίζεται, παλεύοντας με την ανάσα στο σβέρκο ενός εφιαλτικού κτήνους που σκότωσε και τη μητέρα της. Το πρόσωπο της Λόης παρουσιάζεται μέσω πολλαπλών ειδώλων, εν είδει καλειδοσκοπίου: η Λόη μοιραία γυναίκα, η Λόη να αίρει το βάρος της οικογενειακής κληρονομιάς, η Λόη πληγωμένο κορίτσι, η Λόη τρίτο πρόσωπο και «πουτανομπεμπέκα», η Λόη στις καντίνες, η Λόη στις δάφνες της συγγραφικής δόξας ή φορώντας το πρόσωπο της αρχαίας Αιγύπτιας Ακεναθώρ  είναι σαφώς ένα πλάσμα «αλλόμορφο και αλλότροπο», που εναλλάσσει προσωπεία για να κρύψει τις ρωγμές, μάλλον πρώτα από τον ίδιο του τον εαυτό, και  που αναζητά τη λύτρωσή του μέσα από την ολοκλήρωση του πατρικού πορτραίτου.  Λόη από το Θεολογία, μεταξύ αμαρτίας και αγιότητας, αντιφατική σαν τον πατέρα Αρίστο, άριστο αρωγό των πασχόντων αλλά και δήμιο της ίδιας του της οικογένειας. Οι οικογένειες στη γραφή της Προκοπίου κατασπαράσσουν, μεγαλώνουν ορφανά παιδιά με γονείς σκιές που ανασαίνουν εφιαλτικά στο σβέρκο των γόνων τους.
Γύρω από τα δύο αυτά πρόσωπα δημιουργείται, με δημοκρατικό τρόπο, ένας συγκλονιστικός κόσμος από πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές, που ξεδιπλώνουν τις δικές τους ιστορίες. Είναι  κι αυτοί άνθρωποι σάρκινοι, βασανισμένοι στο βάθος από την τύχη, την Ιστορία, τα λάθη τους ή τα κληρονομημένα οικογενειακά αμαρτήματα, άλλοτε επιτιθέμενοι, αλλά πρωτίστως αμυνόμενοι. Έτσι, στο έργο διασταυρώνονται ετερόκλητες κι ενίοτε αντιμαχόμενες φωνές,  διαμορφώνοντας ένα δίπολο, όπου η ανθρωπιά και η αυτοθυσία συνυπάρχουν με το μίσος και την βία, συχνότερα, μάλιστα, εντοπισμένα στο ίδιο πρόσωπο. Το έργο γίνεται ένα γοητευτικό πεδίο πολυγλωσσισμού, που αντανακλά το ηχητικό βάθος της κοινωνικής ετερογλωσσίας και το πλήθος των κοινωνικών και ιδεολογικών προοπτικών, προσφέροντας στον αναγνώστη διαφορετικά σημεία θέασης του κόσμου και ενορχηστρώνοντας μια συμφωνία ετερόκλητων ήχων ή, περισσότερο, κοινωνικών αποήχων.
Προκειμένου να αποδοθεί επαρκέστερα αυτός ο πολυγλωσσισμός, η Προκοπίου μετέρχεται ποικίλα λογοτεχνικά είδη και τρόπους, υιοθετώντας μια μοντέρνα γραφή, που διαρρηγνύει τα ειδολογικά στεγανά. Έτσι, άλλοτε το παρελθόν φωτίζεται με ατάκτως ερριμμένες οικογενειακές φωτογραφίες που σχολιάζουν άνθρωποι εμπλεκόμενοι στις οικογενειακές ιστορίες των ηρώων· άλλοτε ο επιστολικός λόγος της απουσίας φέρνει στο φως άγνωστες πτυχές ζωής, ενώ, λογοτεχνικά και μη, κειμενικά είδη αποκαλύπτουν βαθιά κρυμμένα συναισθήματα: ερωτικά ποιήματα της αρχαίας Αιγύπτου, στίχοι του Λόρκα ή λαϊκά τραγούδια εξομολογούνται πάθη, ίδιας υφής και έντασης με εκείνα που εκχειλίζουν από παραληρηματικούς εσωτερικούς μονολόγους, βγαλμένους από τα σπλάχνα της Λόης. Λυρικοί θύλακες απαλύνουν την ρεαλιστική σκληρότητα της πεζολογικής φόρμας, ενώ δεν είναι λίγες οι δραματικές συγκρούσεις που επιζητούν την αναπαράστασή τους σε μια θεατρική σκηνή.
Σε μια εποχή ατομικής και συλλογικής περισυλλογής, όπως είναι αυτή που διανύουμε εσχάτως, τέτοια βιβλία φαίνονται πολύτιμα. Το μυθιστόρημα της Προκοπίου υποδεικνύει στον αναγνώστη λυτρωτικές αυτογνωστικές απόπειρες και τον ενθαρρύνει στην απαραίτητη αναμέτρηση με την Ιστορία, προσωπική και συλλογική.
                                                                        Κατερίνα Δ. Σχοινά

Βιβλιοπαρουσίαση "Χρυσοκόκκινα μήλα" Ανθής Πιερίδη

 Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου
Ανθή Πιερίδη, "Χρυσοκόκκινα μήλα", Εκδόσεις Βεργίνα
H παρουσίαση ενός βιβλίου με περισσότερα από ένα πεζογραφήματα δεν είναι εύκολη υπόθεση, γιατί κάθε αφήγημα διαθέτει τη δική του δυναμική και την ιδιαίτερη ταυτότητά του. O παρουσιαστής θέλοντας να κερδίσει το ακροατήριο και να πείσει τον ακροατή κατά κάποιο τρόπο να γίνει αναγνώστης, σε κάποιο ιδιαίτερο θα επικεντρωθεί, κάποιο θα ευνοήσει και κάποιο άλλο άθελα του θα αδικήσει.
Μαζευτήκαμε λοιπόν σήμερα εδώ να  γνωρίσουμε το βιβλίο της Ανθής, το πρώτο της, που τιτλοφορείται « Xρυσοκόκκινα μήλα» και εμπεριέχει έξη αφηγήματα.
Θα δώσω λίγο περισσότερο βάρος στην πρώτη νουβέλα, γιατί είναι και η μακροσκελέστερη και τοποθετημένη σε καυτή ιστορική  περίοδο, στους βίαιους και σκοτεινούς καιρούς του Εμφυλίου, που βιώνει ο αφηγητής στα παιδικά του χρόνια. Περιγράφει  ο Πηλιορείτης, μπερδεμένος και διχασμένος ανάμεσα στο σήμερα και στο χθες, τη ζωή του, τα βιώματα, τις αναμνήσεις του και  την καθημερινότητά του σ’ένα χωριό  του Πηλίου, το οποίο η συγγραφέας δεν κατονομάζει. Γιατί σε τελευταία ανάλυση ούτε και ιδιαίτερο ρόλο παίζει η τοπιογραφία, γιατί περίπου η ίδια ιστορία επαναλαμβανόταν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και άφησε βαριά κληρονομιά και σκιά στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων της εποχής αλλά και στις κατοπινές γενιές.
Η Ανθή λοιπόν αφήνει να μιλήσει το παιδί του τότε σε πρώτο πρόσωπο για την ανέχεια, το φόβο, την απειλή, για θάνατο και προδοσία. Αφελής ο λόγος του, απλός, επαναλαμβανόμενος και προπάντων λαϊκός, με τη μεστή αυθεντικότητα των ανθρώπων της υπαίθρου, αυτών που έχουν ριζώσει στη γη τους. Που έχουν ζήσει τη γενναιοδωρία αυτής της γης αλλά συγχρόνως και την τσιγκουνιά της ανθρώπινης ψύχής που διαγράφεται πολύ πιο έντονη μακριά από τα φτειασίδια και τα τερτίπια των ανθρώπων της πόλης, από τα δήθεν και τα τάχα.
Ζωντανός ο λόγος του Πηλιορείτη, και ανεπιτήδευτος,  με εξομολογητική διάθεση, κουβεντιαστός θα ΄λεγα. Βουίζει στ’αυτιά μας ο ήχος της φωνής του, η ντοπιολαλιά, η χρήση δηλαδή της τοπικής διαλέκτου, οι λέξεις που χρησιμοποιεί, οι ανάσες που παίρνει, το μουρμούρισμα της διήγησής του, οι παύσεις και τα σκαμπανεβάσματα. Μας παραθέτει λοιπόν μικρά θραύσματα της καθημερινότητάς του ζωντανεύοντας  μια εποχή που πέρασε και έναν τρόπο ζωής που δεν τον έχουμε γνωρίσει οι περισσότεροι που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε αστικό περιβάλλον, μας μιλάει λοιπόν για ήθη και έθιμα που διέπαν τη ζωή των ανθρώπων κάποτε και τώρα έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί.
Μας προσφέρει τη δυνατότητα πολλαπλών αναγνώσεων το κείμενο του ανθρώπου αυτού και διαθέτει τρομακτική δύναμη. Η απλοϊκότητά του βέβαια ξεγελάει. Τα ψήγματα της θυμοσοφίας του παραπλανάνε. Πίσω τους κρύβεται ο προβληματισμός του ανθρώπου για τη σχέση Ιστορίας και μικροϊστορίας και πώς η μεγάλη Ιστορία ορίζει, καθορίζει, ισοπεδώνει και συντρίβει το άτομο, του φτειάχνει ερήμην του τη μοίρα του, το κάνει να παραπαίει ανάμεσα στο ατομικό βίωμα και στη συλλογική συνείδηση.
Οι πέντε ιστορίες που ακολουθούν είναι ιστορίες σχέσεων ανάμεσα σε ανθρώπους ταιριαστούς και αταίριαστους. Oι ήρωες της Ανθής βιώνουν τη ματαίωση και τη διάψευση, τις ήττες, τη μοναξιά του έρωτα, τα επαγγελματικά αδιέξοδα, τα νεκρωμένα αισθήματα.
Στο διήγημα «Η μουριά» το ζευγάρι των αλλοτινών εραστών βρίσκονται μετά από είκοσι χρόνια, μια συνάντηση σα θλιβερή παράσταση επιβεβαίωσης. Κουβαλώντας ο άντρας την ουλή από την εγχείρηση της ανοιχτής καρδιάς, η γυναίκα την ουλή της απόρριψης  και την οδυνηρή επίγνωση της φθοράς του χρόνου στο κορμί και στην ψυχή της. Πενθούν τον έρωτά τους που στέρεψε ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες των αντικρουόμενων συναισθημάτων και των αδιεξόδων. Η παλιά οικειότητα ναρκοθετείται από ανασφάλεια, ματαιοδοξία και καλά κρυμμένη οργή. Μιλάν για τα παλιά, σωπαίνουν περισσότερο, τα ανείπωτα, υφασμένα από ψέματα και αλήθειες, αιωρούνται ανάμεσά τους, σμίγουν ερωτικά, ξέρουν όμως κι οι δύο ότι έχουν αμετάκλητα εξοριστεί από την τότε μαγεία που τους είχε φέρει κοντά και τους είχε κάνει να χάσουν τα λογικά τους. Μόνο που ο άντρας τα είχε χάσει σε μικρότερο βαθμό απ’ό,τι η γυναίκα γιατί δεν μπόρεσε ποτέ να απαγκιστρωθεί από την οικογένειά του. Ούτε να προσφέρει στη γυναίκα της ζωής του αυτά που χρωστούσε να της προσφέρει. Νιώθει θλίψη για αυτά που υποσχέθηκε και δεν κατόρθωσε να τηρήσει και βaθιά πικραμένος  για το ανεκπλήρωτο της ζωής του ρωτάει την παλιά του αγάπη αν μπορεί να τον συγχωρήσει.
Χαμηλών τόνων το αφήγημα «Δε ρώτησα», περιγράφει τη μελανή πραγματικότητα ενός παιδιού, ενός μικρού κοριτσιού, που έχασε τον πατέρα του και πιστεύει ότι αν δεν ρωτήσει τίποτε θα είναι σα ο θάνατος αυτός να μην έχει συμβεί ποτέ. Εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα στην οικογένεια που πενθεί, συμμετέχει στο πένθος, αποσιωπεί όμως την απώλεια, κλείνοντας όλες τις ρωγμές που θα επέτρεπαν να διεισδύσει μέσα του η επίγνωση του χαμού του γονέα του. Βέβαια όλη αυτή η συσσωρευμένη απώθηση λειτουργεί βραδυφλεγώς, η έκρηξη δεν αργεί να’ρθει, μόνο που είναι μια αθόρυβη έκρηξη προς τα μέσα, έκρηξη περηφάνειας και αυτοσυγκράτησης, ένα σιωπηλό ουρλιαχτό. Σπαρακτική η τελευταία σκηνή, όπου το παιδί με μια αλλόκοτη αξιοπρέπεια πανηγυρίζει ότι κατάφερε να μη ρωτήσει τη δασκάλα  της από πού έμαθε για το θάνατο του πατέρα της .
Οι ιστορίες της Ανθής δεν έχουν κορύφωση, αφήνουν τον αναγνώστη μετέωρο, και νομίζω ότι εδώ έγκειται η τέχνη της συγγραφέα να χειρίζεται τη γραφή της έτσι, ώστε να έχουμε μια αποτύπωση της πραγματικότητας μεν, έτσι όπως αυτή διαγράφεται, αμείλικτη, καλπάζουσα,  ασθμαίνουσα κάποτε,  χωρίς ψευδαισθήσεις, όμως εκκρεμής, αιωρούμενη, σαν η πλοκή να πρόκειται να συνεχιστεί σε μια άλλη ιστορία, σε μια άλλη χρονική στιγμή. Ενας τέτοιος τρόπος γραψίματος περιέχει εν τω σπέρματι μια μεγάλη ποικιλία αναγνώσεων, παραλλαγών, εξελίξεων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ιστορία «Γλύφω μόνο παγωτό», όπου χαρτογραφείται μια σχέση που υφαίνεται και ξηλώνεται αδιάκοπα, περιγράφονται με μια μελαγχολική διάθεση χιούμορ λέξεις, χειρονομίες, στιγμιότυπα προσέγγισης και διαδικασίες εξαπάτησης που λειτουργούν εις βάθος χρόνου και απογυμνώνουν τους χαρακτήρες των εραστών και κατοπινών συζύγων. Ο έρωτας τους έχει εκπνεύσει προ πολλού, ο γάμος τους  αποδομείται και δε μένει τίποτε άλλο παρά ο χωρισμός.
Γυναίκα η ηρωίδα στη νουβέλα «Ο μαγεμένος Αύγουστος»,  αφοσιωμένη σ’ένα συγκεκριμένο ιδανικό να βοηθήσει τα παιδιά στο χωριό του αντρός της φτειάχνοντας βιβλιοθήκη και δημιουργώντας ένα πολιτιστικό κέντρο. Με φαντασία, έμπνευση, παλμό και πάθος μοχθεί να βοηθήσει, να φωτίσει, να μορφώσει, περιτριγυρίζεται όμως από μικροψυχία, προλήψεις,  δεισιδαιμονία και στενομυαλιά. Οι προσπάθειές της όμως δεν πέφτουν στο κενό, γιατί η μάχη της μπορεί να υπήρξε άνιση, μακροπρόθεσμα όμως εισπράττει την ευγνωμοσύνη και την αναγνώριση.
Οι ήρωες της Ανθής δυσκολεύονται να ζήσουν  ελεύθερα, αυτόνομα και αυτεξούσια,  είναι δέσμιοι του ιστορικού και κοινωνικού γίγνεσθαι και βιώνουν τα επακόλουθά του. Παλεύουν να ξεφύγουν απ’τα αδιέξοδά τους και βολοδέρνουν ανάμεσα στις διαψεύσεις και στις αναμονές σ΄ένα κλίμα συγκρατημένης αισιοδοξίας ανάμεικτης με μελαγχολία. Η συγγραφέας αντιλαμβάνεται, καταγράφει και αφηγείται τον κόσμο γύρω της με μια παιδικότητα  ψυχής και αυθορμητισμό προφορικού λόγου. Αποφεύγει τους μελοδραματισμούς και οι ήρωές της κερδίζουν τη συμπάθειά μας.Είναι ωραία τα χρυσοκόκκινα μήλα της Ανθής, ωραία να τα βλέπεις και λαχταριστά να τα φας. …»τα’βανε", λέει η συγγραφέας για την ηρωίδα, "σ’ένα καλάθι και δεν τα δοκίμαζε κανείς, τα’θελε δικά της, δεν τα’τρωγε, τα φύλαγε όλο το χειμώνα και μετά τα’θαβε στο χώμα και κάθε που τελείωνε η ζέστα, μόλις φθινοπώριαζε, περίμενε τα καινούργια». Εμείς όμως θα τα δοκιμάσουμε τα μήλα και θα χαρούμε τη γεύση τους. Καλοτάξιδο το βιβλίο σου, Ανθή μου.  

Βιβλιοκριτική: "Η τέφρα του Φοίνικα" του Γιάννη Ρεμούνδου

Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου
Γιάννης Ρεμούνδος, H τέφρα του Φοίνικα, Εκδόσεις Ψυχογιός
Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ως3

Πολυσέλιδο και πολυπρόσωπο μυθιστόρημα  με σφιχτά δομημένη αφήγηση, μωσαϊκό, όπως υποδηλώνουν οι κιτρινισμένες φωτογραφίες στο εξώφυλλο, ανθρώπων, συμπεριφορών, βιωμάτων, λαθών, παθών και συμβόλων.
Χείμαρρος η γλώσσα, ασταμάτητη η ροή, ανάγλυφοι οι χαρακτήρες, κάποιοι σε κερδίζουν κάποιοι σε απωθούν και για κάποιους μένεις αμήχανος και αναποφάσιστος. Οπως και στη ζωή. Που όλοι μας είμαστε κι αυτό κι εκείνο και το ενδιάμεσό τους.
Αρκετοί οι πρωταγωνιστές της πλοκής, ένας ο κορυφαίος, ο Στέλιος, κι ένας δεύτερος, ο αδελφός του ο Γιάννης, που δεν του δίνεται χώρος να μιλήσει, την προσωπικότητα του την στοιχειοθετούν οι αφηγήσεις των άλλων, βρίσκεται όμως στο φόντο της σκηνής, αμετακίνητο σημείο αναφοράς, μέτρο σύγκρισης, αγωνιστικό σύμβολο.
Γαϊτανάκι γύρω τους οι δευτεραγωνιστές, τους κυκλώνουν, μπαινοβγαίνουν στη ζωή τους, τους βάζουν τρικλοποδιά ή τους συμπαραστέκονται, γίνονται καταλύτες και πυροδοτούν τις εξελίξεις.
Χώρος η  επαρχιακή ενδοχώρα και αφηγηματικός χρόνος από το 1933 μέχρι το 1982. Χρόνια μετασχηματισμών και ανακατατάξεων, χρόνια σπαραγμού και κατατρεγμού σε μια Ελλάδα που κλυδωνίζεται και ταλανίζεται και πολεμάει να βγει από τη μιζέρια.
Πενήντα χρόνια από τη ζωή μιας οικογένειας και του ευρύτερου περίγυρού της ξεφλουδίζονται σελίδα σελίδα, και ο συγγραφέας εστιάζεται σε τρία φονικά που σηματοδοτούν καιρούς βίαιους  κι έχουν να κάνουν με τις χαρακιές που άφησε ο εμφύλιος μακριά από τα πεδία των μαχών στις μικροιστορίες των ηρώων, οι οποίοι κινούνται παράλληλα με τα γεγονότα, άλλοτε ως έρμαια και άλλοτε ως υποκινητές.
Λαϊκοί άνθρωποι οι περισσότεροι, μικρομαγαζάτορες, τεχνίτες, μεροκαματιάρηδες, αδικημένοι, κάποιοι απ’αυτούς χαμένες ψυχές ερημωμένες και αδικαίωτες, που έχουν συντριβεί από την ίδια τους την ανεπάρκεια ή από ενδοοικογενειακές μηχανορραφίες, απορρίψεις, από αναλγησία και μικροσυμφέροντα, που αναγκάστηκαν να ζουν υπό το άχθος μιας ιδεολογίας που την επέλεξαν οι ίδιοι αλλά που δεν τους στήριξε μέχρι το τέλος.
Μοιραίος ο ρόλος των γυναικών στο μυθιστόρημα. Και πολλαπλός. Κουρασμένες και ξοδεμένες, σκληρές και αμείλικτες, χειραγωγούν και διαφεντεύουν, συνθηκολογούν και υφίστανται. Αποδομείται ο γάμος, ναρκοθετείται ο έρωτας. Ο συγγραφέας ξεδιπλώνει όλο το φάσμα της γυναικείας πολυπρισματικής υπόστασης, με ιδιαίτερο βάρος στη γυναίκα-Νέμεση που βολοδέρνει ανάμεσα στη λαχτάρα για εκδίκηση και στο ματαιωμένο έρωτα είτε αυτός είναι υγιής είτε είναι αιμομεικτικός. Οι γυναίκες του Ρεμούνδου εκδικούνται αλλά αφανίζονται και οι ίδιες.
Ο συγγραφέας κινείται σε πολλαπλά επίπεδα. Πρωτοπρόσωπες καταγραφές εναλλάσσονται με τα σχόλια του αφηγητή-συγγραφέα και χτίζουν το πορτρέτο των ηρώων, καταθέτοντας τη δική τους εκδοχή των γεγονότων σε μία χρονική κίνηση μπρος-πίσω που αποδίδει πιο ζωντανά τον κύκλο της ζωής. Οι αφηγήσεις αυτές συνέχονται και διαπλέκονται μεταξύ τους, και ο αφηγητής από τη μεριά του προσπαθεί να συσχετίσει τα δικά του βιώματα και τις δικές του εμπειρίες με την μυθιστορία του προσδοκώντας…μια εξήγηση, μια εκλογίκευση; Κάτι ίσως πάνω στο οποίο θα μπορέσει να στηρίξει και να υπερασπίσει τη δική του προσωπική ιστορία.   
Το μυθιστόρημα του Γιάννη Ρεμούνδου είναι δραματικό, με εξαιρετική μυθοπλασία και ολοκληρωμένους ήρωες. Υπαινίσσεται ιστορικές αλήθειες, σημαντικές να τις συνειδητοποιήσουμε ή τουλάχιστον να τις ξανασκεφτούμε. 

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Βιβλιοκριτικές για την "Ανάσα στο σβέρκο" Κείμενο Αικατερινάρη

Ο λόγος εκφωνήθηκε στις 27 Απριλίου στην παρουσίαση του βιβλίου στον Πολύγυρο
           
Το μυθιστόρημα «Η ανάσα στο σβέρκο» δεν είναι μόνο μια τραγική ιστορία έρωτα και πάθους, αποτελεί ταυτόχρονα κι ένα ψυχογράφημα, θα έλεγα,  μια έρευνα και ανάλυση χαρακτήρων, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν σε δεδομένο κοινωνικό και ιστορικό και ως ένα βαθμό, τολμώ να πω, πολιτικό περίγυρο.  Παρότι το μυθιστόρημα εστιάζει στη Λόη, ως βασική πρωταγωνίστρια, δεν παύει παράλληλα να καταπιάνεται και με άλλα πρόσωπα και με τις μεταξύ τους σχέσεις. Ο χαρακτήρας τους φαίνεται να επηρεάζεται, να διαμορφώνεται και συχνά να ισοπεδώνεται,  ως αποτέλεσμα ενός αδιέξοδου παρελθόντος, ως απότοκο του οικογενειακού και κοινωνικού περίγυρου. Τα  ιστορικά  γεγονότα της εποχής ρίχνουν βαρειά την σκιά τους σε πρόσωπα και καταστάσεις.
Δεν είναι τυχαίο πως ο πατέρας της Λόης, ο Αρίστος, δεν είναι εξ αρχής ο μέθυσος και σκληρός μπουζουξής. Διαγράφει προτύτερα μια πορεία συμμετοχής σε κοινωνικούς αγώνες, αναδεικνύεται σε «ήρωα των μαχών και του έρωτα», διώκεται, απογοητεύεται. Τον εξουθενώνουν σκληρά γεγονότα της ζωής του. Βιώνει την ορφάνεια, τα γεγονότα του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη, τον ισπανικό εμφύλιο μέσα από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, τις διώξεις και τις εξορίες στη Σιβηρία και στον Άη Στράτη, τις δυσκολίες εξασφάλισης δουλειάς, την ανέχεια. Έτσι από λαϊκός εραστής και «ήρωας των μαχών» εκπίπτει σ’ ένα μέθυσο και σκληρό πατέρα και σύζυγο. Είναι θύμα και θύτης μαζί.
Η μητέρα της Λόης, από την άλλη μεριά, είναι η υποταγμένη γυναίκα της σιωπής και της υπομονής, τυπική φιγούρα μιας παρηκμασμένης ελληνικής επαρχίας στη δύσκολη περίοδο μετά τον εμφύλιο, που αναλαμβάνει τις ευθύνες  μιας πολύτεκνης και με ελάχιστους πόρους οικογένειας. Από τα τέσσερα αδέλφια ο Γιωργής, ανάπηρος από την βίαιη συμπεριφορά του πατέρα, αποτελεί για την Λόη μια σημειολογική αναφορά,  τον μοναδικό που την συνδέι με την οικογένειά της.
Η Λόη ζεί το δικό της δράμα κι αυτό δεν μπορεί να το απαλύνει κανένα ηρωικό παρελθόν του πατέρα. Της ήταν άλλωστε άγνωστο, μέχρι που ένα τυχαίο γεγονός την εξώθησε να το διερευνήσει, ακόμα και στην Ισπανία. Όταν η μάνα αναχωρεί από τα εγκόσμια, είναι αυτή που αναλαμβάνει τον ρόλο της μητέρας-προστάτιδας, ιδιαίτερα του Γιωργή. Με μοναδικά όπλα την ομορφιά της, αλλά και την ευστροφία της, ως ένα βαθμό,  ακολουθεί την δική της αυτόνομη πορεία, έξω από τις νόρμες του «καθωσπρεπισμού», με τις οποίες πορεύονται  οι άλλες τρεις αδελφές της και ο κόσμος ολόγυρά της.
Κι όταν ακόμα διαφαίνονται καλύτερες συνθήκες ζωής με τον φαινομενικά πετυχημένο γάμο της με τον Μηνά, οι χαρακιές του σκληρού παρελθόντος δεν την αφήνουν ήσυχη. Παρότι το πεπρωμένο της την οδηγεί στο καλό πνεύμα των παραμυθιών, καταφεύγει και πάλι στην αυτοκαταστροφική μανία των εφήμερων ερώτων. Αδυνατεί να δει, να ερμηνεύσει και να ξεπεράσει τις δυσκολίες της, τις αιτίες που δημιούργησαν αυτό το παρελθόν. Κι όταν ακόμη συμπορεύεται ή πρέπει, κατά τα καθιερωμένα, να συμπορευτεί με τον Μηνά, αποζητά μ’ ένα αδιέξοδο τρόπο, την εκδίκηση για δεινά που δεν ευθύνεται  η ίδια. Η ψυχή της είναι διχασμένη ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει....
Αν και εγγονή παπά, λειτουργεί έξω από τους κανόνες της «χριστιανικής ηθικής». Φαίνεται να πιστεύει πως παίρνει εκδίκηση από την ίδια την ζωή,  για τη δική της μοίρα. Τηρεί δικούς της κανόνες ζωής και δικιά της ηθική, γιατί δεν μπορεί ή δεν θέλει να εκχωρήσει τίποτε από τα εσώψυχά της. Επαναστατεί στα «καθώς πρέπει», όχι τόσο γιατί έχει καταβολές  από τον Αρίστο, τον «επαναστάτη» πατέρα της, όσο από αντίδραση στα πρότερα δεινά της. Οι κανόνες της συμπεριφοράς της εξακολουθούν να παραμένουν απαράλλαχτα οι ίδιοι.  Άκαρπες και βασανιστικές οι προσπάθειες να τους μερεμετίσει, δεν φτάνουν ούτε η συνειδητή αδιαφορία της στα όσα της επιβάλλονται, ούτε οι πρόσθετες γνώσεις, που εν τω μεταξύ απέκτησε.
Ο Μηνάς, από την άλλη μεριά, προσπαθεί να σπάσει τα δικά του δεσμά από την καταπίεση μιας πλούσιας, όσο και ξιπασμένης μάνας. Δεν είναι και εύκολο να ξεφύγει, καθώς εκείνη άλλα ονειρεύεται. Σχεδιάζει μια  πολιτική καριέρα και την αναγνώριση του γιού της,  μέσα όμως από τα δάνεια «εφόδια» ενός πετυχημένου γάμου. Έχει προ πολλού ξεχάσει πως στα νειάτα της η ίδια αλλιώς λειτουργούσε. Επέλεξε τότε με την καρδιά και τις αισθήσεις για σύζυγο τον Αργύρη, άνθρωπο απλό και ευαίσθητο, μα κι ομορφάντρα και λεβέντη σαν τον πατέρα της Λόης, το ίδιο όμως απογοητευμένο από την ζωή, κυρίως κοντά στην αριστοκράτισσα γυναίκα του...
Οι σπουδές του Μηνά στην Αρχαιολογία, το εγχείρημα σημαντικής αρχαιολογικής ανασκαφής, που εξελίχθηκε σε μια μοναδική ανακάλυψη της αιγυπτιακής θεάς του έρωτα, της Ακεναθώρ και οι νεανικές περιπέτειές του με όμορφες γυναίκες αποτελούν τις σημαντικές, μέχρι τότε, «επαναστάσεις» της ζωής του...  Όλα αυτά μέχρι που γνώρισε την Λόη. Την ερωτεύεται παράφορα και την παντρεύεται. Δεν είναι τυχαίο πως την δική του ζωή την σημάδεψαν δυο γυναίκες με το ίδιο πνεύμα για την ανεξαρτησία και τον έρωτα, κι ας τις χωρίζουν 3500 χρόνια... Είναι η Ακεναθώρ, το μέγα εύρημα των αρχαιολογικών ανασκαφών του, στα νότια της Κρήτης, και η Λόη, η σύγχρονη γυναίκα του παθιασμένου έρωτά του.
Όταν πήρα στα χέρια μου κι άρχισα να διαβάζω την «Ανάσα στο σβέρκο» ήμουν σχεδόν σίγουρος ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα πως ήμουν, για το το ποιός θα ήταν ο χαρακτήρας και η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος. Το συμπέραινα όχι τόσο από την προγενέστερη  θητεία της Νόρας στις μεταφράσεις ή από τα προηγούμενα δικά της κείμενα, όσο από την λειτουργία της σε μια λέσχη βιβλίου της Θεσσαλονίκης, της οποίας είναι η ψυχή και η έμπνευση. Σ’ αυτή συμμετέχει και η γυναίκα μου κι έτσι γινόμουν κοινωνός των όσων συνέβαιναν εκεί. Ήξερα λοιπόν, έστω και έμμεσα, συγκεκριμένες προτιμήσεις της από την ελληνική και την ξένη παραγωγή λογοτεχνικών έργων.
            Οι «προβλέψεις» μου έγιναν σχεδόν «βεβαιότητες» όταν η Νόρα με ρωτούσε για συγκεκριμένα γεγονότα που αφορούσαν στην Αριστερά, καθώς γνώριζε καλά πως ήμουν σ’ αυτή ...πριν ακόμη γεννηθώ. Οι ερωτήσεις της με οδηγούσαν σε σκέψεις για το πως θα «έπαιζαν» στην εξέλιξη της υπόθεσης οι Έλληνες εθελοντές των διεθνών ταξιαρχιών του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, οι απεργιακές κινητοποιήσεις τον Μάη της ίδιας χρονιάς στη Θεσσαλονίκη, δηλαδή λίγο πριν την δικτατορία του Μεταξά, κι αργότερα οι εξορίες των κάθε λογής «αντιφρονούντων», είτε αυτοί στέλνονταν στις στέπες της Σιβηρίας από το Σταλινικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης, είτε στα ελληνικά ξερονήσια, απ’ όσους μονοπωλούσαν τότε την «εθνικοφροσύνη». 
Η Νόρα βγήκε πάνω από τις προβλέψεις μου. Ενσωμάτωσε τελικά πρόσωπα και καταστάσεις σ’ ένα κινηματογραφικό παιχνίδι εναλλαγής στον τόπο και στον χρόνο, στο σήμερα και στο χθες, μ’ ένα τρόπο που ικανοποιεί αισθητικά, τέρπει και «διαπαιδαγωγεί». Θεωρεί  πως τα γεγονότα της πρότερης ζωής σημαδεύουν τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας μας, καθορίζουν την κατοπινή συμπεριφορά μας.
Κι εδώ θέλω να κάνω μια επισήμανση, έξω από τις γνωστές κατατάξεις και χαρακτηρισμούς για το πότε ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ιστορικό ή μη. Παρότι «Η ανάσα στο σβέρκο» δεν αποτελεί για την Νόρα ένα ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά  παρουσιάζει και ουσιαστικά διερευνεί δύσκολα ιστορικά γεγονότα, έστω και σε δεύτερο επίπεδο όπως και η ίδια λέει, πιστεύω πως το συγκεκριμένο έργο προσφέρει υπηρεσία στην πραγματική ιστοριογραφία. Μέσα από τα βιώματα των ηρώων του καταγράφονται και διερευνώνται γεγονότα και πρόσωπα, που συχνά «ταυτίζονται» με υπαρκτά. Με τις απίστευτα δυνατές περιγραφές και μ’ ένα λόγο που αναβλύζει από τα εσώψυχά της, η Νόρα δίνει ερμηνείες επώδυνων για την χώρα καταστάσεων και συμπεριφορών, κυρίως όμως δίνει ερεθίσματα έρευνας στους αναγνώστες, για να ασχοληθούν με την ιστορία και να μην καταπίνουν αμάσητα ό, τι οι επιτήδειοι τους σερβίρουν...
Ο κάθε αναγνώστης, άλλωστε, μπορεί να εκλαμβάνει με διαφορετικό τρόπο ένα λογοτεχνικό έργο, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα μηνύματα και τις χαρές που εκπέμπουν όλα τα είδη της Τέχνης, από την Ζωγραφική και την Μουσική, μέχρι και την Αρχιτεκτονική. Οι ομαδοποιήσεις  και οι κατατάξεις σε στυλ, με δυσδιάκριτα συχνά κριτήρια, δεν εξυπηρετούν και δεν εξυπητέτησαν ποτέ τις Τέχνες.
«Η ανάσα στο σβέρκο» δεν αναδεικνύει μόνο το τάλαντο της Νόρας να γράφει καλά, ούτε την πολυποίκιλη παιδεία της, προσφέρει κυρίως μια άλλη οπτική για να προσεγγιστούν δύσκολες καταστάσεις και γεγονότα. Η Νόρα, με τη χειμαρώδη  γλώσσα της, αγωνιά το ίδιο με τους ήρωες που πλάθει. Θέλει και η ίδια να βγάλει από μέσα της όσα για χρόνια ενδεχομένως καταχώνιαζε, χωρίς πολλές τελείες και κόμματα, με μιά ανάσα...

Βιβλιοκριτικές για την "Ανάσα στο σβέρκο" Φιλόλογος

Kατερίνα Δ. Σχοινά, φιλόλογος
ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΑ ΗΡΩΩΝ
Η πεζογραφία της Νόρας Πυλόρωφ-Προκοπίου
Δημοσιεύτηκε στο ΦΙΛΟΛΟΓΟ, Τεύχος  147

Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας του 2011 ανέδειξαν, για μια ακόμη φορά, την πόλη της Θεσσαλονίκης, που εξακολουθεί να ζει διακριτικά, χωρίς επιδοτήσεις, τυμπανοκρουσίες και τηλεοπτικές προβολές, τη δική της λογοτεχνική ζωή και να συστήνει στο βιβλιόφιλο κοινό σπουδαίους λογοτέχνες σαν τους βραβευθέντες Ντίνο Χριστιανόπουλο και Θωμά Κοροβίνη. Και αν ακόμη συντάσσεται κανείς με την άποψη του πρώτου, σύμφωνα με την οποία «δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε», είναι γεγονός πως κάποιοι συγγραφείς της πόλης, εκόντες άκοντες, δεν μπορούν παρά να ξεχωρίζουν, τόσο με το προσωπικό λογοτεχνικό τους στίγμα όσο και με την αδιαμφισβήτητη ποιότητα του έργου τους.
Τέτοια φαίνεται να είναι και η περίπτωση της συγγραφέως από τη Θεσσαλονίκη Νόρας Πυλόρωφ-Προκοπίου, η οποία, μετά από μακρόχρονη ενασχόλησή της με τη δεύτερη γραφή της μετάφρασης γερμανόφωνων έργων ποίησης και πεζογραφίας, προχώρησε στη συγγραφική της αυτονόμηση το 2004, με τη συλλογή διηγημάτων Καθρέφτες θαμποί. Τέσσερις ιστορίες και μια αληθινή. Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τα διηγήματα της παραπάνω συλλογής, θα διαπιστώσει πως κάποια από αυτά, αν και έχουν τη σύντομη φόρμα του διηγήματος, αποτελούν εν δυνάμει μυθιστορήματα, αφού παρακολουθούν τις δαιδαλώδεις προσωπικές περιπέτειες των ηρώων τους σε εκτεταμένο ιστορικό χρόνο. Δεν ήταν έκπληξη, λοιπόν, η επόμενη συγγραφική εμφάνιση της Προκοπίου, 4 χρόνια μετά, με την ιδιότητα, αυτή τη φορά, της μυθιστοριογράφου. Το γνωστό και πολυδιαβασμένο μυθιστόρημά της Το διαμαντένιο Άλφα, που κυκλοφόρησε στη βιβλιαγορά το 2008, διαβάζεται και με τον τρόπο του διηγήματος: δηλαδή, ως μια διαπλοκή μεμονωμένων επεισοδίων, ως ένα σύνολο συγγενών μεταξύ τους διηγημάτων που αλληλοεφάπτονται και σχεδιάζουν από κοινού το περίγραμμα του κύκλου της ιστορίας μιας μητριαρχικής μεγαλοαστικής οικογένειας από την Θεσσαλονίκη. Το τελευταίο μυθιστόρημα της Προκοπίου, που κυκλοφόρησε λίγους μόλις μήνες πριν υπό τον τίτλο Η ανάσα στο σβέρκο, συστήνει στο αναγνωστικό κοινό μια ώριμη συγγραφέα, που διαφοροποιείται από τους ομοτέχνους της, έχοντας διαμορφώσει ήδη το προσωπικό της συγγραφικό στυλ, διακριτό και αναγνωρίσιμο, αλλά και διαρκώς εξελισσόμενο. Από την άλλη, ο αναγνώστης των έργων της μπορεί να διαβάσει τα τρία της βιβλία ως ένα ενιαίο έργο εν προόδω, καθώς οι εμφανείς, πλέον, σταθερές του έργου της Προκοπίου από βιβλίο σε βιβλίο μεταλλάσσονται, αναμορφώνονται, μετεξελίσσονται, προδίδοντας τον δυναμικό χαρακτήρα της πεζογραφίας της. Οι σημαντικότερες, ίσως, από αυτές τις σταθερές  εξετάζονται στη συνέχεια.
Σταθερά πρώτη: οι άνθρωποι· κυρίως οι τσακισμένοι, οι καταρρακωμένοι από την τύχη, την Ιστορία, τα λάθη τους ή τα κληρονομημένα οικογενειακά αμαρτήματα, άνθρωποι αδιέξοδοι, άλλοτε επιτιθέμενοι, αλλά πρωτίστως αμυνόμενοι, θύματα της ζωής αλλά και εύκολα θύτες, οπωσδήποτε, όμως, τρομαγμένοι. Έτσι είναι οι ήρωες των διηγημάτων του πρώτου βιβλίου της συγγραφέως, άνθρωποι καθημερινοί, με κρυμμένα μυστικά και θολά είδωλα στους καθρέφτες που τους αντικατοπτρίζουν∙ αντίστοιχα, οι 8 γυναίκες στο Διαμαντένιο Άλφα ξεδιπλώνουν με σπαραχτικό τρόπο κρυφές πτυχές της πολύπαθης ζωής τους, ενώ η ηρωίδα Λόη στο τελευταίο έργο Η ανάσα στο σβέρκο συστήνει στον αναγνώστη ένα πολλαπλό είδωλο, σαν μέσα από καλειδοσκόπιο. Οι ήρωες  στα έργα της Προκοπίου πλάθονται με πλαστικότητα ανατριχιαστικά ανθρώπινη, από θύματα μπορούν σταδιακά να γίνουν θύτες,  ενώ αναζητούν το είδωλό τους σε μακροχρόνια, συνειδητή ή ασυνείδητη, αυτογνωστική διαδικασία κι εναλλάσσουν προσωπεία για να κρύψουν τις ρωγμές, μάλλον πρώτα από τον ίδιο τους τον εαυτό. Φέρουν, κατά κανόνα, ονόματα ετυμολογικώς διαυγή, δηλωτικά, σε κάθε περίπτωση, του προσωπικού τους αγώνα.
Σταθερά δεύτερη: οι οικογενειακές ιστορίες. Αν στο Διαμαντένιο Άλφα η αντρεία Αντριάννα, με την προγραμματικά αφαιρεθείσα ελευθερία λόγω οικογενειακού κλοιού, αναζητούσε σπαραχτικά την δική της αυτονομία, στο Η ανάσα στο σβέρκο είναι η Λόη που παλεύει να διεκδικήσει μια ελευθερία που στερήθηκε λόγω μιας αδυσώπητης αταβιστικής μοίρας. Λόη από το Θεολογία, μεταξύ αμαρτίας και αγιότητας, «ούτε μαύρη ούτε λευκή», γκρίζα και ξένη προς όλους και προς τον εαυτό της, «παραδέρνει σ’ένα λαβύρινθο από αλήθειες και ψέματα», κληροδοτημένα από τους γονείς και τα αδέλφια της. Οι οικογένειες στη γραφή της Προκοπίου κρύβουν συνήθως μυστικά που θολώνουν πεισματικά τους καθρέφτες, οι οικογένειες κατασπαράσσουν, μεγαλώνουν ορφανά παιδιά με γονείς σκιές που ανασαίνουν εφιαλτικά στο σβέρκο των γόνων τους.
Σταθερά τρίτη: η συγγραφική δημοκρατικότητα, η πολυφωνία του εκάστοτε μυθιστορηματικού κόσμου της συγγραφέως. Έτσι, όλα τα πρόσωπα έχουν τη δική τους ιστορία να καταθέσουν, δανείζουν τη δική τους  ματιά στο, γι’αυτό το λόγο, διευρυμένο οπτικό πεδίο των έργων της Προκοπίου, πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές ενδιαφέρουν εξίσου με τις δικές τους ιστορίες και διασταυρώνουν τις φωνές τους. Έτσι, τα έργα της Προκοπίου γίνονται πεδία πολυγλωσσισμού, που αντανακλούν το ηχητικό βάθος της κοινωνικής ετερογλωσσίας και το πλήθος των κοινωνικών και ιδεολογικών προοπτικών, προσφέροντας στον αναγνώστη διαφορετικά σημεία θέασης του κόσμου και ενορχηστρώνοντας συμφωνίες ετερόκλητων ήχων ή, περισσότερο, κοινωνικών αποήχων.
Προκειμένου να αποδοθεί επαρκέστερα αυτός ο πολυγλωσσισμός, η Προκοπίου μετέρχεται ποικίλα λογοτεχνικά είδη και τρόπους, αποκαλύπτοντας έτσι μια τέταρτη, αφηγηματική αυτή τη φορά, συγγραφική σταθερά: η συγγραφέας απεχθάνεται τις ευθείες γραμμές, στρογγυλεύει την αφήγηση σαν τις γωνίες των ηρώων της, δημιουργεί εφαπτόμενους κύκλους που εμπεριέχουν τις ιστορίες των προσώπων, ιστορίες αλληλοεξαρτώμενες, ποτέ τους, όμως, ευθείες. Η αφήγηση δεν διαθέτει, λοιπόν, συνήθως γραμμικότητα, κινείται προδρομικά και περισσότερο αναδρομικά, αποκαλύπτει σταδιακά με ευφυή τεχνάσματα τα μυστικά των ηρώων. Έτσι, στο Διαμαντένιο Άλφα μονόλογοι εγκιβωτίζονται στην κεντρική αφήγηση της κύριας ηρωίδας, φωτίζοντας εκφάνσεις του οικογενειακού και ατομικού παρελθόντος. Το τελευταίο αποκαλύπτεται κάποτε με ατάκτως ερριμμένες οικογενειακές φωτογραφίες,  που συγκαλύπτουν στις τυπικές τους πόζες ένοχα μυστικά· παρόμοιες τεχνικές εμπλουτίζουν το αφηγηματικό μωσαϊκό στο έργο Η ανάσα στο σβέρκο,  όπου, συν τοις άλλοις, λογοτεχνικά είδη συνυφαίνονται με μη λογοτεχνικά: ερωτικά ποιήματα της αρχαίας Αιγύπτου, στίχοι του Λόρκα ή σπαραξικάρδια λαϊκά τραγούδια εξομολογούνται πάθη και ανθρώπινες ιστορίες, σε μια διευρυμένη ανθρωπογεωγραφία. Στα έργα της Προκοπίου τα ειδολογικά στεγανά υπερβαίνονται, λυρικοί θύλακες απαλύνουν την ρεαλιστική σκληρότητα της πεζολογικής φόρμας, ενώ δεν είναι λίγες οι δραματικές συγκρούσεις που επιζητούν την αναπαράστασή τους σε μια θεατρική σκηνή.
Πέμπτη και τελευταία, για λόγους συντομίας, συγγραφική σταθερά: το γοητευτικό ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο. Το Διαμαντένιο Άλφα μπορεί να διαβαστεί ως ένα μυθιστόρημα του Χώρου, όπου πρωταγωνιστεί η γενέτειρα της συγγραφέως Θεσσαλονίκη, με τη μορφή μιας παλίμψηστης, από τις ιστορικές επιστρωματώσεις, πόλης. Στο τελευταίο έργο η πορεία μοιάζει να είναι αντίστροφη: η γεωγραφία επεκτείνεται, ακολουθώντας το χρονικό άνυσμα που ξεκινά από την φαραωνική Αίγυπτο του 14ου αιώνα π.Χ., για να συναντήσει την νεότερη Ιστορία ως τη μεταδικτατορική Ελλάδα. Μέσω της μικροϊστορίας του πατέρα της Λόης αγωνιστή Αρίστου, εθελοντή στο τάγμα των 385 Ελλήνων που συμμετείχαν στον Ισπανικό Εμφύλιο και παρέμειναν, ως το μυθιστόρημα της Προκοπίου, αποσιωπημένοι σχεδόν από την επίσημη Ιστορία, καταδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο γράφεται η Ιστορία: «Έχουμε μικρές ιστορίες που πονάνε, φωλιασμένες μέσα στη μεγάλη Ιστορία που υφάνθηκε από μίσος, φανατισμό, βιαιότητα και πολλά λάθη». Έτσι, το νέο μυθιστόρημα της Προκοπίου μπορεί να διαβαστεί ως μυθιστόρημα του Χρόνου, με την μορφή της πανίσχυρης Ιστορίας, που σαρώνει τους ανθρώπους, μοιράζοντας, κατά τις βουλήσεις της και, δυστυχώς, απροειδοποίητα, «αδιακρίτως ζωή και θάνατο». Για την Προκοπίου, ο πανδαμάτωρ χρόνος δεν υπάρχει, καθώς ο Χρόνος όχι απλώς δε διορθώνει, παρά οδηγεί στο τελικό τίποτε. «Στοιβάζει πάνω μας ασχήμια και πίκρες», είναι, μ’άλλα λόγια, κι αυτός μια (η μεγαλύτερη, μάλιστα) αδικία της ζωής.
Τα ταξίδια στο Χρόνο, που επιφυλάσσει η πεζογραφία της Νόρας Πυλόρωφ-Προκοπίου, είναι, στην πραγματικότητα, ταξίδια στο Χώρο, προσωπικό και συλλογικό. Είναι ειλικρινείς, και γι’αυτό σπαραχτικές, αυτογνωστικές απόπειρες, που ο καθένας οφείλει τόσο στον εαυτό του όσο και στη συλλογική Ιστορία.

                                                          Κατερίνα Δ. Σχοινά  


Βιβλιοκριτικές για την "Ανάσα στο σβέρκο" Παρέμβαση

ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ, συγγραφέας
Δημοσιεύτηκε στη ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, Τεύχος 161-162

ΝΟΡΑ ΠΥΛΟΡΩΦ-ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, "Η ΑΝΑΣΑ ΣΤΟ ΣΒΕΡΚΟ", Ψυχογιός 2011

Ένα εκτενές, πολυπρόσωπο, καλογραμμένο μυθιστόρημα, αρκετά δαιδαλώδες και περίτεχνο, που κατορθώνει να κρατήσει στο κρεσέντο της την αγωνία του αναγνώστη, και για την εξέλιξη της ιστορίας που διαπραγματεύεται αλλά και για την τύχη των βασικών προσώπων, τόσο σε ατομικό, όσο και σε επίπεδο διαπροσωπικών σχέσεων.
    Στο πρόσωπο της  Λόης, η οποία είναι η κυρίαρχη και κυριαρχική μορφή σε όλο το ανάγνωσμα,  συναντάμε έναν γυναικείο χαρακτήρα με μια πορεία στη ζωή η οποία προσδιορίζεται από το ποιόν και το βάρος των συνταρακτικών βιωμάτων της παιδικής ηλικίας, τα ανεπούλωτα τραύματα της μνήμης, την ενοχική και ταυτόχρονα ρεβανσιστική εν συγχύσει συνείδηση απέναντι στα γονεϊκά πρότυπα, τον μοιραίο εξαναγκασμό σε πρώιμη λήψη οικογενειακών και οικονομικών ευθυνών, το ψήσιμο στην νυχτερινή πιάτσα,  την εξέλιξη της τραγωδίας του αδελφού της, εφιάλτες που την ακολουθούν πάντοτε και παντού. Η Λόη διακρίνεται από αρκετά τέτοια γνώριμα στους ηλικιακά ωριμότερους χαρακτηριστικά  που συνδιαμορφώνουν το πορτρέτο μιας εκρηκτικής όμως ανασφαλούς προσωπικότητας. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι κοινωνικής υφής και είναι
περίπου κοινά για τον μέσο όρο των γόνων της ελληνικής οικογένειας στην επαρχιακή ενδοχώρα μετά την τραγωδία της Κατοχής και τον αλληλοσπαραγμό του εμφύλιου. Στην περίπτωση μας μια οικογένεια με κάποια διακριτή ιδιομορφία που οφείλεται κυρίως στην ιδιοσυγκρασία ενός πατέρα αφέντη, σατραπικού μα και αυτοκαταστροφικού, καρδιοκατακτητή, ερωτύλου, καλλονού, μπουζουξή και φλογερού αριστερού αντάρτη, με σκληρό, περιπετειώδες, αδιέξοδο παρελθόν, που το διακρίνει
η λεβεντιά, η ανεξαρτησία, η προσωπική γοητεία,  το μεγαλείο της
αυτοθυσίας, και έπειτα η ακύρωση των πολιτικών οραμάτων, η δίωξη και ο ευτελισμός, η ακόλουθη  απομόνωση, η καταφρόνια, ο αλκοολισμός,  η καταφυγή στη δημιουργία μιας απόλυτα αποτυχημένης οικογένειας η οποία και πληρώνει ακριβά τα σπασμένα της χαραμισμένης ζωής του. Ο πατέρας
αποδίδεται από την συγγραφέα σαν ένας πολύ ολοκληρωμένος χαρακτήρας, ο οποίος κρατάει  το ενδιαφέρον μας αδιάπτωτο, και, που εντέλει γίνεται συμπαθής παρά τις βαναυσότητές του παρελθόντος,  με την σταδιακή αποκάλυψη και τον φωτισμό των αιτίων που κατέστρεψαν την ισορροπία του.
    Η  "απελευθέρωση" της Λόης από τα βαριά οικογενειακά δεσμά και την ασφυξία του επαρχιακού περιβάλλοντος υποτίθεται ότι συντελείται με έναν φαινομενικά πετυχημένο γάμο, με τον πολύ  προσοντούχο γόνο Κρητικών προυχόντων νεαρό αρχαιολόγο Μηνά, για τον οποίο η συνάντηση με την -στην κυριολεξία- γυναίκα της ζωής του, που δεν κατορθώνει όμως να κατακτήσει ποτέ, αποβαίνει μοιραία, αφού, το αβυσσαλέο ερωτικό πάθος του, η αίσθηση του ανολοκλήρωτου και το φαρμάκι της προδοσίας και της απάτης τον οδηγούν στο φινάλε του βιβλίου να γίνει ο φονιάς της.
      Η συγγραφέας κατορθώνει με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα να δέσει το νήμα του οδοιπορικού των ηρώων της με το ταραγμένο ιστορικό φόντο της εποχής, ιδίως γύρω από τα φρικτά συμβάντα στην Ισπανία παράλληλα με τον ελληνικό εμφύλιο.
      Η ερωτική γοητεία και το φλερτ, η αγωνία για την ερωτική
συνεύρεση, ο  ίμερος και ο οίστρος, το ρίγος που προξενεί η μνήμη των ηδονικών στιγμών κυριαρχούν στο μυθιστόρημα σαν ένα είδος καταλύτη, ή άξονα που καθορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων. Ο αισθησιασμός, του οποίου τις αποχρώσεις αποδίδει πολύ εκφραστικά η συγγραφέας δεν είναι απλά έντονος αλλά χαρακτηριστικός και κυρίαρχος, έτσι που, κομμάτια
του μυθιστορήματος, μουσκεμένα από παθιασμένο και πολύ παραστατικό, στην αίσθηση και στην πράξη, ερωτισμό,  φέρνουν αυτόματα στο νου σελίδες από τα ηδονιστικά πεζογραφήματα του Καραγάτση.  Το στοιχείο του ακόρεστου ηδονισμού είναι ένα από τα βασικά υλικά που πλάθουν τον ψυχισμό της Λόης. Ένα άλλο, εξίσου σημαντικό είναι ο διαρκής,ατέρμονος φόβος και η ψυχική ανασφάλεια, που δημιουργούν κλίμα "ιερού
και σκοτεινού τρόμου", σαν μια απροσδιόριστη όμως βέβαιη απειλή που την γέννησε το τερατικό παρελθόν μιας σπαραγμένης ζωής. Η
αδιαμφισβήτητη ομορφιά και η γοητεία της στον κόσμο, η  συμβίωση με τον ερωτοχτυπημένο Μηνά, η καλή σχέση με τον φιλάνθρωπο πεθερό και ο παραμερισμός της ξιπασμένης πεθεράς της, οι εκρηκτικές ερωτικές της περιπέτειες που την αναζωογονούν, η ανακάλυψη και η συνάντηση με την άγνωστη Ελληνοσπανιόλα αδελφή της, το γεγονός ότι κατορθώνει να οργανώσει την προσωπικότητά της πάνω σε νέες βάσεις με πολλά ατού, η συγγραφή ενός καλοπουλημένου βιβλίου για μιαν αιγυπτιακή θεότητα, τα ωραία ταξίδια στη Μαδρίτη και το Κάιρο, η προοπτική μιας καλής ζωής δίπλα στον άντρα της με παράλληλες ίσως εξωσυζυγικές σχέσεις, ιδίως με έναν ωραίο Ελληνοαιγύπτιο αρχαιολόγο, όλα αυτά  τα υποτιθέμενα φόντα, δεν θα σταθούν ικανά να ικανοποιήσουν την ακατάστατη και ρημαγμένη ψυχή της ηρωίδας  ούτε να αναχαιτίσουν τα κύματα άγχους, πόνου και σπαραγμού που φέρνει, θαρρείς,  μια άγρια, πανάρχαια  κατάρα, η "ανάσα στο σβέρκο", αυτή που σε κορυφαίες στιγμές της ζωής της, μιας ζωής στην κόψη του ξυραφιού, την οδήγησε στην απόλυτη έκσταση, μα πάντοτε την κυνηγούσε, και συντηρούσε το μυστικό της αθεράπευτης αγωνίας της, φλερτάροντάς την θανάσιμα, όπως ο εξαγριωμένος ταύρος ξανασαίνει το φοβερό και φλογερό του χνώτο καθώς ζυγώνει ορμητικός το πρόσωπο του τσακισμένου ετοιμοθάνατου τορέρος.

Bιβλιοκριτικές για την "Ανάσα στο σβέρκο" Κείμενο Ουσουλτζόγλου


Xαρίκλεια Ουσουλτζόγλου, Δήμαρχος Βεροίας
Ο λόγος εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 19 Μαρτίου στη Βέροια  

To βιβλίο σε καθυποβάλλει απ’τη στιγμή που το παίρνεις στα χέρια σου: Κόκκινο στο χρώμα της πυρκαγιάς, τι μπορεί να συμβολίζει, φλόγες, έρωτα, πάθος παραφορά; Διαισθάνεσαι ότι δεν είναι βιβλίο που θα το αφήσεις στο κομοδίνο και θα το πιάνεις όταν θέλεις να διαβάσεις στο κρεβάτι σου κάτι να σε ηρεμήσει. Διαισθάνεσαι ότι ξεγδέρνει, υποψιάζεσαι ότι θα σε ταρακουνήσει και δε θα το ξεχάσεις εύκολα.
Μετά ο τίτλος: Τι μπορεί να σημαίνει: Απειλή, εχθρό, φάντασμα από το παρελθόν, κίνδυνο; Νιώθεις ότι κινείσαι σε τεντωμένη κλωστή.
Οντως με το που αρχίζεις το διάβασμα επαληθεύουν οι προβλέψεις σου. Είσαι συνέχεια σε εγρήγορση. Χείμαρρος η γλώσσα, ασταμάτητη η ροή, ανάγλυφοι οι χαρaκτήρες, κάποιοι σε κερδίζουν, κάποιοι σε απωθούν, και για κάποιους μένεις αμήχανος και αναποφάσιστος. Και εδώ έγκειται η τέχνη της συγγραφέως που σου δυσκολεύει τα πράματα, σε κάνει να αναρωτηθείς, να ζυγίσεις, να εξιχνιάσεις, να αναλύσεις. Οπως και στη ζωή. Που όλοι μας είμαστε κι αυτό κι εκείνο, και το ενδιάμεσό τους.
Δύο οι βασικοί πρωταγωνιστές, η Λόη κι ο πατέρας της, ο Αρίστος και γύρω τους γαϊτανάκι οι δευτεραγωνιστές, τους κυκλώνουν, μπαινοβγαίνουν στη ζωή τους, τους βάζουν τρικλοποδιά ή τους συμπαραστέκονται, γίνονται καταλύτες ή πυροδοτούν τις εξελίξεις.
Η Λόη ανάμεσα στους δύο άντρες της ζωής της, ανάμεσα στο σύζυγο και στον εραστή, έρμαιο των βαθύτατων φόβων της που δυνάστεψαν τη ζωή της. Δεσπόζει στο βιβλίο, διχάζει τους αναγνώστες με την αμφισημία της, τους κερδίζει και τους χάνει, την λυπάσαι τη Λόη και την συμπονείς, την απορρίπτεις με το δείκτη τεντωμένο σε μια απόπειρα ηθικολογικής προσέγγισης, την απεχθάνεσαι κάποιες στιγμές, κάποιες άλλες όμως σε κερδίζει με τη γενναιότητά της, τις μάχες που δίνει ενάντια στο περιβάλλον της και ενάντια στον εαυτό της. Η Λόη δεν παριστάνει, δεν προσποιείται, δεν επιδιώκει να γίνει αγαπητή, η Λόη είναι. Και αυτό τα λέει όλα.
Και πίσω απ’όλους αυτούς τους ήρωες απόμακρη, αδιαπραγμάτευτη, ανελέητη η Μεγάλη Ιστορία, άγει και φέρει τους ανθρώπους, σφραγίζει τη μοίρα τους, αλλάζει τα δεδομένα τους.
Θύμα των ιστορικών αδιεξόδων ο  πατέρας της Λόης, ο Αρίστος, εθελοντής στον Ισπανικό Εμφύλιο, ένας από τους τετρακόσιους Ελληνες που πολέμησαν και θυσιάστηκαν σ’αυτόν τον άχαρο πόλεμο, αποδεικνύει κάτι που όπως φαίνεται είναι πολύ σημαντικό για τη συγγραφέα, ότι το κακό ενδημεί μέσα σ’όλους τους ανθρώπους και είναι θέμα συνθηκών να βγεί στην επιφάνεια και να μεταμορφώσει έναν ήρωα των μαχών, που με αυτοθυσία και κίνδυνο να τουφεκιστεί, σώζει   κάποιον από το αντίθετο στρατόπεδο, γιατί αυτό του υπαγορεύει η ανθρωπιά του,  σε ένα ανάλγητο τύραννο μέσα στην ίδια του την οικογένεια.
Μ αυρίλα μέσα το σπιτικό τους, φόβος ατέρμονας από το πρωί μέχρι το βράδυ, απειλή και ανέχεια, γιατί ο Αρίστος δουλεύει όταν θέλει και δεν προσφέρει τίποτε από το μεροκάματό του στην οικογένεια. Όλα τα βάρη τα κουβαλάει η μάνα της Λόης για να μπορέσει να συντηρήσει τα πέντε παιδιά της. Τίποτε δεν την πτοεί, ούτε τα μεθύσια του αχαϊρευτου, ούτε το ξυλοφόρτωμα, ούτε οι γκόμενες που κουβαλάει αδιάντροπα στο σπίτι, τυφλός ο έρωτάς της και κυρίαρχος.
Όχι, η Λόη δε θα μοιάσει τη μάνα της, αυτή δε θα πιαστεί θύμα στη θηλειά του έρωτα, αυτή θα ορίσει τον εαυτό της, ο έρωτας μόνο δεινά προξενεί, σου αφαιρεί τον έλεγχο κι όταν εμφανίζεται μπροστά σου σαν τον ταύρο που ξεκοίλιασε τη μάνα της – γιατί ήταν κουρασμένη; γιατί είχε βαρεθεί τη ζωή της, τον κάματο και τις ευθύνες και στάθηκε απέναντι στον ταύρο, ξέροντας τι την περίμενε; γιατί;-τότε γίνεσαι και σύ θύμα του και καταστρέφεσαι.
Θα μπορέσει η Λόη να δεθεί με τον Μηνά που τη βγάζει από την ένδειά της, από τις λαϊκές που δουλεύει, από τις καντίνες και από τα μπουζουκομάγαζα, την τυλίγει με την αγάπη του, λατρεύει το χώμα που πατάει; Είναι αυτός η λύση, το απάγκιο, η ευτυχία;
Γιατί παίζει η Λόη τα πάντα κορώνα γράμματα; Τι εισπράττει από επιπόλαιες γνωριμίες, σμιξίματα της μιας βραδιάς; Τι σημαίνει γι αυτήν η εμφάνιση του Ρασίντ στη ζωή της;
Θα γίνει μαζί του ευτυχισμένη ή επαληθεύονται στο πρόσωπό του αυτά που προσπαθεί να ξορκίσει μια ολόκληρη ζωή;
Η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος είναι αυτή. Μόνο που η συγγραφέας δεν περιορίζεται μόνο σ’αυτήν. Ο χώρος και ο χρόνος της πλαταίνει, από τη Δράμα μεταφερόμαστε στην Κρήτη και στην Ισπανία και στη Σιβηρία και στην Αίγυπτο.
Δίνεται βήμα και στα δευτερεύοντα πρόσωπα γιατί πάντα η συμπεριφορά ακόμα και οι αδιόρατες και ανεπαίσθητες αλλαγές της μπορούν να επηρρεάσουν θετικά ή αρνητικά τον κοινωνικό περίγυρο.
Είναι προφανές ότι η συγγραφέας αγαπάει και φέρεται με τον ίδιο τρόπο σ’όλους αυτούς που πλαισιώνουν τους βασικούς συντελεστές. Οι ιστορίες τους είναι καθοριστικές, διευρύνουν το οπτικό πεδίο του αναγνώστη, είναι εξίσου ενδιαφέρουσες με την βασική πλοκή και ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα όπου κάθε ιστορία δεν έχει διασαφηνισμένα όρια, εισβάλλει σε μία άλλη, συμπληρώνει ή της αφαιρεί στοιχεία, την τονίζει ή την αποδυναμώνει.
Ούτε στο δεύτερο βιβλίο της που επίσης από αυτό το βήμα το παρουσίασα πριν από τρία χρόνια, αλλά ούτε και σ’αυτό η συγγραφέας ακολουθεί γραμμική αφήγηση. Ο φακός της κινείται μπρος πίσω και φωτίζει παρόν και παρελθόν, σκοτεινά μυστικά, και πληγές ανεπούλωτες.
Εξυπηρετεί τη δράση της χρησιμοποιώντας διάφορα είδη, λογοτεχνικά και μη, ποίηση, λaϊκό τραγούδι, αλληλογραφία, φωτογραφίες.
Ετσι ο αναγνώστης δεν βαριέται, βρίσκεται συνεχώς μπροστά σε κάτι που τον προβληματίζει, τον προκαλεί και του εξάπτει τη φαντασία. Αυτή η πολυγλωσσία στα κείμενα της συγγραφέως αποτελεί και ένα δυνατό ατού για τη δυναμική του βιβλίου

Bιβλιοκριτικές για την "Ανάσα στο σβέρκο" blog Ναυσικάς


Άπ΄το blog της δημοσιογράφου Ναυσικάς Γκράτσιου

Το τελευταίο βιβλίο, που διάβασα και απόλαυσα είναι η “Ἁνάσα στο σβέρκο” της Νόρας Πυλόρωφ-Προκοπίου (εκδόσεις Ψυχογιός).
Η κυρία Πυλόρωφ έγραψε μιά ιστορία καλοστημένη, καλομελετημένη, καλογραμμένη με κεντρική ηρωίδα μι
a γυναίκα, που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο δύσκολο παρελθόν της και το ακόμη πιo δύσκολο παρόν της.
Η Λόη, που η συγγραφέας την πλάθει να είναι όμορφη σa νεράιδα, παντρεύεται το Μηνά, που είναι αρχαιολόγος και κάνει μιa σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη στην Κρήτη. Στο κάδρο μπαίνει και η μητέρα του, η Λιλίκα, απαιτητική μάνα και σαφώς κακή πεθερά, ο άντρας της  ο Αργύρης, ασήμαντος και καλόκαρδος.
Μετά, ταξιδεύουμε προς τα πίσω, στα ζοφερά παιδικά χρόνια της Λόης σ᾽ ένα χωριό της Δράμας με ένα τσούρμο ξυπόλητα αδελφάκια και μια μάνα, που τη δέρνει ο μέθυσος πατέρας, ο οποίος , όμως πριν γίνει μέθυσος, είχε αναδειχθεί σε ήρωα του Ισπανικού εμφυλίου, όπου είχε πάει να πολεμήσει εθελοντής.
Η Λόη βλέποντας τα μαρτύρια, που περνάει η μάνα της, δίνει όρκο στον εαυτό της να μήν αφήσει την καρδιά της να ερωτευθεί ποτέ. Μόνο, που ο έρωτας συνήθως έρχεται ακάλεστος και στις πιο ακατάλληλες στιγμές, στις πιό απίθανες συνθήκες...
Είναι το δεύτερο βιβλίο της κυρίας Πυλόρωφ. Το πρώτο, το “Διαμαντένιο Aλφα”το διάβασα το καλοκαίρι του 2008 μέσα σε δύο μέρες (και νύχτες) και μόλις το τελείωσα το γύρισα ξaνά στην πρώτη σελίδα για να το ξαναρχίσω απ᾽την αρχή. Σαν ένα γλυκό, που δε θέλεις να τελειώσει με τίποτε!
Την ίδια αίσθηση είχα κι όταν διάβαζα την “Ἁνάσα στο σβέρκ
o”. Οτι δέν ήθελα να τελειώσει. Ούτε να τ᾽αποχωριστώ πριν το τελειώσω ολόκληρο, παρά τη νύστα και την κούραση (και είναι και μεγάλο, 400 σελίδες και βάλε!)
Οι
Aμερικανοί αποκαλούν τους συγγραφείς, που γράφουν τέτοιου είδους βιβλία, page turners, δηλαδή αυτοί που σε κάνουν να γυρνάς και την επόμενη σελίδα. Κι αυτό είναι θείο χάρισμα!
Οσο για τη συγγραφέα, είναι ένα υπέροχο πλάσμα, μια γυναίκα με πνεύμα, χιούμορ και πολύ αγάπη, υπέροχη συνομιλήτρια, που άφησε εποχή στο Γκαίτε σαν καθηγήτρια και, που, όπως μου είπε σε μία από τις συνεντεύξεις μας, αφορμή για να ξεκινήσει να γράφει το πρώτο της διήγημα, ήταν...ο Ντα Βίντσι! Δηλαδή, όταν εξέταζε κάποιον υποψήφιο για ένα ανώτερο πτυχίο Γερμανικών, τον ρώτησε μεταξύ άλλων, ποιος είναι ο αγαπημένος του ζωγράφος κι εκείνος απάντησε, ο Ντα Βίντσι. Τότε της ήρθε κατευθείαν στο μυαλό ένα αγαπημένο πρόσωπο, μια φίλη της γιαγιάς της, που όταν ήτανε μικρούλα την χόρευε στην αγκαλιά της και της έλεγε: ῾Κάδρο του Ντα Βίντσι μου, εσύ!῾
Ετσι γεννήθηκε το διήγημα της θείας Αγγελής, που κατοικούσε σ’ἐνα όμορφο, νεοκλασσικό σπίτι της Ανω Πόλης. Και μετά κι άλλο, κι άλλο. Και προέκυψε το πρώτο της βιβλίο ,οι «Καθρέφτες θαμποί» από τις εκδόσεις ῾Μικρός Ιανός῾ το 2004.
Πόσο χαίρομαι κάθε φορά, που ακούω τα νέα της κι ακόμη περισσότερο, όποτε τη βλέπω. Οπως τη Τρίτη, που ήρθε στο ραδιόφωνο και κάναμε μια εκπομπή μαζί και έσπασαν τα τηλέφωνα από ακροατές που ήθελαν να μάθουν περισσότερα για την «Ανάσα στο σβέρκο».
Ανάμεσα στα τηλεφωνήματα αυτά ήταν κι ένα της μαμάς μου. Η οποία...ἐκλαιγε με λυγμούς! Κι επειδή η δικιά μου η μαμά δεν κλαίει ποτέ, η τουλάχιστον εγώ δεν την έχω δεί να κλαίει ποτέ, ούτε καν στην κηδεία του πατέρα μου, που τον λάτρευε, κατάλαβα, ότι εδώ κάτι συμβαίνει.
Η Νόρα Πυλόρωφ δέν είναι μόνο page turner. Ξέρει επίσης να ξεκλειδώνει συναισθήματα.
Κι αυτό είναι θεϊκό δώρο. Η σφραγίδα της δωρεάς...!



Βιβλιοκριτικές για την "Ανάσα στο σβέρκο" Κείμενο Μόσχη





Bασίλης Μόσχης, συγγραφέας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες: Ολύμπιο Βήμα Κατερίνης, Επίκαιρα Βεροίας, Θάρρος Κοζάνης.

Κάθε βήμα και μια ανάσα! 
Η Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου με τη γραφή της ακουμπά και διαβάζει  τις ανάσες που μπορούν και δίνουν οξυγόνο στη ζωή μας και την αναπτερώνουν. Αλλά, άλλοτε, είναι στιγμές, που μπορούν και την ισοπεδώνουν και την καταρρακώνουν. Ανάσες που πάντα την ανατρέπουν.
Ανάσες που ανοίγουν λεωφόρους με δυνατά φώτα, με μεγάλες απρόσμενες ευτυχίες και ακόμη μεγαλύτερες δυστυχίες. Λεωφόρους και μονοπάτια που οδηγούνται παράλληλα και  καθοδηγούν τα βήματα των ηρώων τους.
Μια ζωντανή ιστορία μέσα στην αιώνια πορεία του ανθρώπου είναι το καινούριο μυθιστόρημα της Νόρας Πυλόρωφ-Προκοπίου. Γιατί η μοίρα των ανθρώπων επαναλαμβάνεται πάντα η ίδια. Ο έρωτας είναι πάντα το ίδιο ελκυστικός και προκλητικός, όσο βαθιά στην Ιστορία και να διεισδύσει ένας ερευνητής.
Είναι η ανάσα από ένα παρελθόν, ξεχωριστό και ιδιαίτερο,  που ακολουθεί και κατατρέχει τους ήρωες της Νόρας Πυλόρωφ-Προκοπίου και τους καθοδηγεί. Τους χαράζει την πορεία τους. Τους σπρώχνει στα λάθη τους και τις αποφάσεις τους. Τους δίνει ρόλους μιας αρχαίας τραγωδίας.
Κοινή η πορεία της Ακεναθώρ και της Λόης, δύο γυναικών που σημάδεψαν τη ζωή του Μηνά. Της Ακεναθώρ, τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια πριν, και της Λόης στη σύγχρονη εποχή. Δυο γυναίκες που τόλμησαν και αψήφησαν την ανάσα στο σβέρκο και προχώρησαν. Η Ακεναθώρ που αψήφησε το άγνωστο και έκανε το ταξίδι της στη Μεγάλη Πράσινη, τη μεγάλη θάλασσα της Μεσογείου, έναν άγνωστο κόσμο, ταμπού για τους σύγχρονούς της.
Η Λόη που τόλμησε και αυτή θέλοντας να μανιπουλάρει τη μοίρα της και να κάνει το μεγάλο της ταξίδι. Γιατί ένα ταξίδι είναι ο αγώνας της. Πόσο τα καταφέρνει άραγε να χαλιναγωγήσει τις απειλητικές ανάσες που την καταδιώκουν; Νιώθει άραγε ευτυχισμένη με τις επιλογές της; Στόχος της η δική της ευτυχία. Οι άλλοι ας προσπαθήσουν για τη δική τους. Και παίρνει εκδίκηση για το δικό της παρελθόν.
Πόσα μεγάλα μυστικά κρύβει το κάθε βήμα της ηρωίδας που θέλει να ξανοιχτεί στο ανοιχτό πέλαγος; Πόσο μπορεί να τα κρύψει; Και αυτή η εμμονή της την κάνει ευτυχισμένη αλλά και την παρασύρει σε ένα χορό καταδίωξής της. Κυνηγά τον εαυτό της σε έναν ανεμοστρόβιλο και χάνεται στη δίνη του. Νιώθει στιγματισμένη από το παρελθόν της, θέλει να ξεφύγει, πολεμάει μαζί του με νύχια και με δόντια αλλά κάθε φορά έρχεται αντιμέτωπη με την απειλητική ανάσα του.
Χειμαρρώδης ο λόγος της Νόρας Πυλόρωφ-Προκοπίου. Περιγράφει στιγμές, λεπτομέρειες, σκέψεις σε γοργό ρυθμό με τις ανάσες τους να κοντοστέκονται. Αναρωτιούνται αν μπορούν να συνεχίσουν, αν το παρελθόν τους είναι ικανό να δώσει ζωή σε ένα ευτυχισμένο μέλλον.
Είναι αυτό το, διαφορετικό για τον καθένα, παρελθόν που επηρεάζει πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές.  Ακολουθούν ίσως μοιρολατρικά την πορεία τους. Αλλά κάποια στιγμή θέλουν να ξεφύγουν, να κάνουν την επανάστασή τους προσπαθώντας να αγνοήσουν την κάθε ανάσα στο σβέρκο.  
Η συγγραφέας  πορεύεται μαζί με τους ήρωες της, αναλύει τα συναισθήματά τους και αφήνει τον αναγνώστη να συμπονέσει και να χαρεί ή να τους κατηγορήσει για τις αποφάσεις τους. Σε ένα διαφορετικό επίπεδο ξεψαχνίζει διεξοδικά την εξέλιξη μιας ερωτικής σχέσης που ξεκίνησε με ένα μεγάλο και βαθύ πάθος και συνέχισε με ακόμη μεγαλύτερες εντάσεις.
Πάθος, συγκρούσεις, ανατροπές, συγκινήσεις, κρυμμένα μυστικά μοιρασμένα στην Κρήτη, τη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα, την Αθήνα, τη Μαδρίτη, το Κάιρο!
Μυστικά που περιμένουν τη λύση τους μέσα σε ένα πόλεμο συγκρούσεων και συναισθημάτων. Πόσο τελικά θα εξιλεωθούν οι ήρωες σε αυτό το πληθωρικό μυθιστόρημα;

Διαβάζουμε στην περίληψη του βιβλίου:
Ανάμεσα στους Έλληνες εθελοντές που πολέμησαν στον Ισπανικό Εμφύλιο είναι και ο Αρίστος, ο πατέρας της Λόης, ο ήρωας των μαχών, ο ομορφάντρας που λαβώνει τις καρδιές των γυναικών. Τι κληροδοτεί όμως στα παιδιά του; Πόσο τα σημαδεύει; Και θα καταφέρει ποτέ η Λόη να ξεφύγει από το τέλμα όπου τη βούλιαξαν τα μικρά και μεγάλα οικογενειακά κρίματα; Αυτοεξόριστη από κάθε μορφή αγάπης, προδίδει τον άντρα της, νομίζοντας ότι έτσι ορίζει τον εαυτό της όπως αυτή θέλει και ότι δε θα αναγκαστεί και η ίδια, όπως η μητέρα της, να υποπέσει στο θανάσιμο αμάρτημα του έρωτα. Σημαδεμένη από πάθη και λάθη, δέσμια του παρελθόντος των γονιών της, θα παλέψει για να φτιάξει έναν καινούργιο εαυτό. Μόνο που ο έρωτας της κόβει το δρόμο, κι εκεί αρχίζει η τρέλα και η παραφορά. Τι τίμημα πρέπει να πληρώσει και ποιο είναι το μερτικό της δικής της ευθύνης για τη δραματική κατάληξη;
Ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, όπου η μοίρα των ηρώων διαμορφώνεται, παραβιάζεται και ισοπεδώνεται από τον έρωτα και από τη Μεγάλη Ιστορία, αυτή που κατευθύνει και κινεί τους ανθρώπους σαν άβουλα όντα σε ένα παράλογο θεατρικό έργο.

Bιβλιοκριτικές για την "Ανάσα στο σβέρκο" Κείμενο Υψηλάντη



Αιμιλία Υψηλάντη, Ηθοποιός
Πριν από περίπου ένα μήνα διάβασα αποσπάσματα από το τελευταίο μυθιστόρημα της Νόρας Πυλόρωφ-Προκοπίου Η ανάσα στο σβέρκο στην παρουσίασή του στον Ιανό.


Είχα διαβάσει το βιβλίο με ενδιαφέρον όχι τόσο για το θέμα, την ιστορία ή τις τύχες των ηρώων, όσο για τον τρόπο γραφής, τον λεκτικό και εκφραστικό πλούτο που μου έδινε την ποθούμενη για κάθε αναγνώστη απόλαυση.


Αυτό άλλωστε είναι για μένα το κλειδί για να φτάσω στην τελευταία σελίδα, για να εγγράψω στο οπτικό μου πεδίο τα πρόσωπα του έργου. Πώς πλουταίνει η φαντασία τη γλώσσα και η γλώσσα τη φαντασία. Και ακόμα η μαστοριά, η τέχνη της λέξης, της φράσης. Χάρηκα την ανάγνωση, κέρδισα ουσιαστική ψυχαγωγία.


Αυτό όμως που με εντυπωσίασε περισσότερο είναι πόσο υπαρκτοί παρέμειναν μετά το κλείσιμο του βιβλίου οι άνθρωποί του. Λέω οι άνθρωποί του γιατί, με εξαίρεση το κύριο πρόσωπο, τη Λόη, που μπορεί να είναι ένα πλάσμα-δημιούργημα της συγγραφέως, μερικά πρόσωπα τα έχω ζήσει, τα ξέρω και είναι χαρά που τα συναντώ ξανά με σάρκα και αίμα μπλεγμένα σε νέες ιστορίες και περιπέτειες. Η Μαρία, ο Αργύρης, η Λιλίκα. Ποιος αναγνώστης που έχει ζήσει σε αυτό τον τόπο δε θα τους αναγνώριζε… Η συγγραφέας μάς έδωσε αυτούς τους χαρακτήρες-ρόλους, όπως λέμε στο θέατρο, ξαναδουλεμένους και ολοκληρωμένους, έτοιμους να παιχτούν.


Αλλά ο άλλος ο Αρίστος που δεν παίζει στο έργο είναι για μένα όλο το βιβλίο. Για να τον δει κανείς, έστω από μακριά, αξίζει το διάβασμα των πεντακοσίων σελίδων. Ο Αρίστος είναι όλη η Ελλάδα, η Ελλάδα της θυσίας και της διχόνοιας, της προδοσίας και της πίστης, του μεγαλείου και της αυτοκαταστροφής, της γοητείας και της χαμέρπειας. Η περιγραφή της οικογενειακής φωτογραφίας με τον Αρίστο στη μέση είναι ένα διαμαντάκι.


Όσο για το παραμύθι, την ιστορία του βιβλίου η συγγραφέας την απλώνει στη Λεκάνη της Μεσογείου, από τα βάθη της Ιστορίας μέχρι το σήμερα. Ένα τολμηρό εγχείρημα που υπηρετείται με γνώση και συνέπεια. Μια σύνδεση τόπων, χρόνων και ιστορικών γεγονότων που σημαδεύουν τους ήρωες, στην πορεία τους από την τροφοδότρα Αίγυπτο στην ποτισμένη με αίμα γη της Ισπανίας και τη διχασμένη Ελλάδα. Διχασμένη και η ηρωίδα του έργου, σημαδεμένη από την Ιστορία, από το παρελθόν του τόπου και των ανθρώπων, θα κοιτάξει τον ταύρο που ενώνει τις τρεις χώρες στα μάτια, προκαλώντας το απόλυτο.