Το Καινούργιο Βιβλίο:
Η ανάσα στο σβέρκο
Απόσπασμα από το βιβλίο:
«Τον αγαπάς, Λόη μου, θέλεις να γυρίσεις κοντά του;»
«Τον αγαπάς, Λόη μου, θέλεις να γυρίσεις κοντά του;»
…Όχι, δεν τον αγαπώ, μ’έβγαλε απ’την ερημιά μου, θαμπώθηκα από πλούτη και μεγαλεία, ήθελα να τ’αποκτήσω, να’χω κι εγώ κάτι δικό μου, πέρα απ’αυτό όμως τίποτε. Είμαστε δύο Λόες, η μια κάνει ό,τι μπορεί να τον ευχαριστήσει για να τον κρατώ ευδιάθετο, φροντίζω το βιος μου σα να λέμε, φρουρός και φύλακας, και η άλλη η Λόη, η δική μου η αμέτοχη, παρακολουθεί τι συμβαίνει, έρημη και μόνη και σα στεγνό κομμάτι γης, άνυδρο, μ’έναν κόμπο, εγκατεστημένο εκ γενετής στην καρδιά της που δε λέει να λυθεί. Κι ούτε ποτέ έφτιαξα σενάρια για τη ζωή μου σαν κοπελίτσα, όπως όλες που φαντάζονται πρίγκηπες και ηθοποιούς και σπίτια και πλούτη και παιδιά, τίποτε απ’αυτά, τα σενάρια τα δικά μου ήταν της μιας μέρας, έπιαναν απ’το πρωί μέχρι το βράδυ, θα’χουμε να φάμε το μεσημέρι; όλοι; θα ξημερωθούμε στα κρεβάτια μας ή στο κοτέτσι; θα μαυρίσει κανένα μας πάλι στο ξύλο απόψε; ή θα τη βγάλουμε και σήμερα καθαρή; Αυτά ήταν τα σενάρια. Φαντάσου λοιπόν πώς φάνταζε ο Μηνάς στα μάτια μου… Αλλά αγάπη; Πώς να την κεντήσω; Με τι κλωστές; Και με τι βελόνες; Κα με τι τεχνική; Πού να τη μάθω;»