Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Eκθεση ιδεών: Πόσο αγαπώ την πατρίδα μου






Tι είναι η πατρίδα μου; Μην είναι οι κάμποι, μην είναι τ’αψηλά βουνά; Οι μπαζωμένες ρεματιές; Οι τρίπατες πολυτέλειες και τα αυθαίρετα; Μην είναι ο γαλάζιος ουρανός και η γλύκα του Πάσχα της; Οι παράνομες επιδοτήσεις και τα φακελάκια;  Η αρχοντιά των ανθρώπων της και η λεβεντιά τους; Οι γαριασμένες πολυκατοικίες και τα συσσωρευμένα σκουπίδια; Tι απ’όλα;
Παρελαύνουν μπροστά μας, λιτανεία χωρίς τέλος, οι εθνικές μας αμαρτίες μικρές και μεγάλες, με πρώτη και καλύτερη, φτειασιδωμένη και σαγηνευτική, την φοροδιαφυγή, κρίματα μασκαρεμένα από άκρατη αυταρέσκεια, δε φταίμε εμείς, άλλοι φταίνε, εγώ είμαι ένας φτωχός πλην τίμιος βιοπαλαιστής, άλλοι τα φάγανε! Και ποιος άραγε τους έφερε, ρε πατριώτη, αυτούς τους άλλους τους φαταούλες στα πράματα; Εσύ δεν τους έθρεψες τόσες δεκαετίες στον κόρφο σου, για να τους έχεις πρόχειρους και κατά βούληση να σε πορέψουν aν και όταν   θα τους έχεις ανάγκη, να βολέψουν εσένα, τα παιδιά σου, τον κουμπάρο, τον μπατζανάκη σου… Σε ποιον τα λες αυτά, στο ίδιο καζάνι όλοι βράζουμε, και βάλε το χέρι στην καρδιά και πες, εσύ δεν παρανόμησες ποτέ, στο μέτρο που μπορούσες κι είχες και την τόλμη; Χασκογελάς ε; Πάρτα να μη στα χρωστάω!
Γράφω το άρθρο γιατί ήρθε και πέρασε το Πάσχα, κι εγώ είχα τρικυμία εν κρανίω, όρμησαν στην ψυχή μου και στο θυμητικό μου, απαιτητικές και κυρίαρχες, μοσχοβολιές από πασχαλιές και άνοιξη, και ήχοι και ψαλμοί από τον Επιτάφιο, και εικόνες από λουλουδιασμένα χωράφια, πράσινα και κόκκινα και κίτρινα, και ήταν σα να τα βίωνα όλα για πρώτη φορά, οι αισθητήρες μου δούλευαν στο φουλ, βουρκωμένη συνεχώς,  σα κάτι που ήταν δικό μου, αυτονόητα δικό μου, όλα τα χρόνια της ζωής μου, να κινδύνευα να μου το πάρουν και να το χάσω για πάντα. Πόσο την αγαπώ λοιπόν την πατρίδα μου;
 Αβέβαιο το Πάσχα το φετεινό, και αμήχανο, μαγκωμένες οι κουβέντες καμιά υπέρβαση καμιά ανάταση, ετοιμόρροπα τα συναισθήματα, ραγισμένες οι κουβέντες, τριγυριζόμαστε από την πανδαισία της άνοιξης, από τη γενναιόδωρη φύση του τόπου μας, μόνο που αλαφιασμένοι καθώς είμαστε περνάνε καρέ-καρέ τα τοπία από μπροστά μας κι εμάς αλλού το μυαλό μας.  Βέβαια εδώ που τα λέμε και στις εποχές των παχέων αγελάδων και του ευδαιμονισμού η αγάπη που τρέφαμε προς την  πατρίδα μας διακρινόταν από μια δόση - και δύο θα έλεγα - υποκρισίας: μπορεί να λέγαμε συγκαταβατικά ο ένας στον άλλο, «α ρε σαν την Ελλαδίτσα μας πουθενά», πουθενά όμως, πραγματικά πουθενά δεν υπήρξαν και δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι την πονάμε αυτή την Ελλαδίτσα, ούτε όταν την τσιμεντώνουμε, ούτε όταν την σκουπιδώνουμε ούτε όταν την παραδίνουμε στις φλόγες, στην απληστία, στην ακηδία, στην αθλιότητα και στη λεηλασία. Ολοι συμμετέχοντες και όλοι συμπράττοντες, λίγοι, ελάχιστοι, αυτοί που  κρυφά ή φανερά αναρωτιούνται, ρε μήπως κι εγώ σε κάτι έφταιξα, στο δικό μου μετερίζι κι εγώ ψιλολερωμένη την έχω τη φωλιά μου! Μπα, τίποτε, πάντοτε οι άλλοι. Οι άλλοι καταστρέφουν, και μια που οι άλλοι έκτισαν όλη την ακτή ας βρωμίσω κι εγώ την άμμο με τα υπολείμματα  του πικ-νικ μου, ωχ αδελφέ, εγώ θα σώσω την Ελλάδα; Πόσο αγαπώ λοιπόν την πατρίδα μου;   
Και αν όντως την αγαπώ, αυτό με κάνει πατριώτη ή φιλοπάτρι; Ποια η διαφορά των δύο εννοιών;
Ο πατριωτισμός είναι έννοια αμφίσημη και παρεξηγημένη. Στο όνομα του πατριωτισμού καταπατήθηκαν κυριαρχικά ανθρώπινα δικαιώματα και εξυπηρετήθηκαν άνομα συμφέροντα. Τον καπηλεύτηκαν τον όρο πρόσωπα μεμονωμένα, κόμματα, ομάδες συμφερόντων, κράτη ολόκληρα. Και σήμερα τον καπηλεύονται. Αναφανδόν. Η εποχή προσφέρεται: ο πατριωτισμός και η δημιουργία φοβήτρων, τα λεγόμενα Feindbilder στα γερμανικά, γίνονται εύκολα όπλα δημαγωγίας και χειραγώγησης. Οσο πιο μεγάλα κοινωνικά στρώματα περιθωριοποιούνται, τόσο πιο ευάλωτοι και εύπιστοι και στην καλύτερη περίπτωση παθητικοί εν όψει μιας επικρεμάμενης απειλής γίνονται οι πολίτες  απέναντι σε ακραία μηνύματα τυλιγμένα με τη σημαία του πατριωτισμού και λαϊκισμού. Ολοι εκμεταλλεύονται όλους. Και όλοι το κάνουν «για την Ελλάδα, ρε γαμώ το!» Οι ακραίοι για την εθνική μας περηφάνεια, οι κεντρώοι, για να σωθεί η Ελλάδα από τους ακραίους. Και η προεκλογική κίνηση καλά κρατεί.
Ο Ελληνας «πατριώτης» λοιπόν θέλει μια Ελλάδα απαλλαγμένη από τους ξένους, τους εντός, και από τους άλλους, τους εκτός, τα μέλη της «διεθνούς συνομωσίας που βάλθηκαν να μας ξεκάνουν», μια Ελλάδα απαλλαγμένη από τους αναρχικούς, τους μακρυμάλληδες και τα φρικιά, από τους ναρκομανείς και όλες τις «παρεμφερείς» ομάδες και φυσικά από τους «αγανακτισμένους». Ιδιαίτερα απ’αυτούς.
Φιλοπατρία όμως είναι η αληθινή αγάπη για τον τόπο που γεννήθηκα, την ιστορία του, για τους ανθρώπους του, τα λάθη τους που είναι και δικά μου λάθη και που τα ξέρω και που παλεύω να τα διορθώσω. Ως φιλοπάτρις δε παρασύρομαι από κάλπικα συνθήματα, διατηρώ την ψυχραιμία και την ευθυκρισία μου. Δεν είμαι δογματικός ούτε φανατικός. Δέχομαι ότι ο καθένας έχει δικαίωμα στα πιστεύω του. Κι εγώ όμως το ίδιο. Δε φοροδιαφεύγω, δε λαδώνω, δε ζητώ ειδική μεταχείριση, δε ρουσφετολογώ, σέβομαι για να με σεβαστούν, συνυπάρχω, μοιράζομαι, συμπλέω. Και εργάζομαι. Και ας μου κόψαν τα μισά. Γιατί έτσι πρέπει. Γιατί η μοίρα με ευνόησε, επειδή γεννήθηκα Ελληνας, δεν με καταρράκωσε. Αγαπώ την ελληνικότητά μου, τη γλώσσα μου, την παράδοσή μου, την ομορφιά του τόπου μου, την υπηρετώ, τη φροντίζω, την απολαμβάνω.
Αγαπώ πολύ την πατρίδα μου.   

2 σχόλια: