Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Βιβλιοπαρουσίαση Κομοτινή από την Ελπίδα Βόγλη, Ιστορικό

                                        Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου
Η ανάσα στο σβέρκο, Αθήνα, εκδ. Ψυχογιός, 2011




Δύο ελληνικοί μικρόκοσμοι συναντώνται στο μυθιστόρημα της Νόρας Πυλόρωφ-Προκοπίου: ο μικρόκοσμος του Μηνά, ενός εύπορου αρχαιολόγου από την Κρήτη για τον οποίο η σκαπάνη της αρχαιολογίας διανοίγει τους δρόμους της ‘επανάστασης’ από το περιοριστικό παρόν του ―και ο μικρόκοσμος της Λόης, της όμορφης φτωχής Δραμινής από την πλευρά της μητέρας της αλλά ατίθασης κοσμοπολίτισσας από την πλευρά του επαναστάτη πατέρα της για την οποία το παρελθόν φαίνεται να εγκλωβίζει το παρόν και το μέλλον. Αμφότεροι, όπως και όλοι μας δηλαδή, συμπυκνώνουν στην παροντική, την καθημερινή τους εικόνα την προσωπική τους ιστορία, τη διαδρομή στο χρόνο μιας απειροελάχιστης ψηφίδας της ιστορίας της μεσοπολεμικής Ελλάδας, μιας οικογένειας –φυσικά όπως οι ίδιοι οι ήρωες ‘απορρόφησαν’ την κληρονομιά της οικογενειακής ιστορίας τους και έτσι εκλογίκευσαν τους ρόλους και τη θέση τους όχι μόνο στην οικογένειά τους αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον τους.
          Απαλλαγμένη από τις επιβεβλημένες κανονικότητες της ιστορικής επιστήμης η Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου πραγματοποιεί ό,τι ακριβώς θα επιθυμούσε διακαώς ένας ιστορικός: Πλάθει μέσα από το Μηνά και τη Λόη δύο μικρόκοσμους ασύμβατους αλλά και απρόβλεπτους, εστιάζοντας στην ατομικότητά τους χωρίς να τρομάζει για το αποτέλεσμα της έρευνας της. Αναζητά στο συναισθηματικό κόσμο και τον παρορμητισμό των δύο ηρώων της τις αποτυπώσεις (τις κοινωνικές συνέπειες όπως θα έλεγε ένας ιστορικός) των επιλογών ενός μεμονωμένου, απλού ανθρώπου στον ιστορικό χρόνο και αναδεικνύεται η ίδια σε ψυχολόγο και ψυχαναλυτή των ηρώων της, θυμίζοντας τη διαπίστωση, ή το παράπονο ίσως, που κάποιοι καταξιωμένοι ιστορικοί σε μεγάλη ηλικία τόλμησαν να καταγράψουν: ότι αν η ιστορία μοιάζει με την τέχνη, μοιάζει επίσης με τη ψυχανάλυση. Αλλά το σημείο στο οποίο κυριολεκτικά προκαλεί το φθόνο των ιστορικών η συγγραφέας είναι το εξής: Ζωντανεύει μέσα από τα μονοπάτια της λογοτεχνικής φαντασίας κιτρινισμένες φωτογραφίες, βρίσκει μάρτυρες που είναι πρόθυμοι να καταθέσουν ειλικρινώς και ευθαρσώς τις εντυπώσεις τους για πρόσωπα και γεγονότα προκειμένου να συμπληρώσουν το τεράστιο αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του άγνωστο ψηφιδωτό του ιστορικού παρελθόντος.
Σε μια κορυφαία στιγμή ένας φίλος από τα παλιά, ένας συμπολεμιστής στα χρόνια του Ισπανικού Εμφυλίου του πατέρα της Λόης, του Αρίστου, εμφανίζεται αιφνιδίως για να καλύψει ένα τεράστιο κενό της οικογενειακής ιστορίας, το κενό μιας ολόκληρης επταετίας στη ζωή του Αρίστου: από το τέλος του ονείρου στην Ισπανία μέχρι το τέλος του εφιάλτη του Δεύτερου Παγμοσμίου Πολέμου, ένα κενό που και τα ίδια τα μέλη της οικογένειας περιέργως είχαν αποσιωπήσει. Και έπειτα έρχονται και άλλοι φίλοι συμπολεμιστές από τον Ισπανικό Εμφύλιο, αυτή τη φορά στην κηδεία του Αρίστου, για να περιγράψουν στην ίδια του την κόρη τις άγνωστες πτυχές της ζωής και του χαρακτήρα του Αρίστου.
Η εμφάνιση, τελείως αναπάντεχα, τέτοιων μαρτύρων, θα τολμούσα να πω ότι καθιστά το μυθιστόρημα Η ανάσα στο Σβέρκο, πέρα από την αυτοτελή γοητεία που διατηρεί στο είδος του, μια υπέρτατη ικανοποίηση του εγγενούς πόθου του ιστορικού να καλύψει τα κενά του. Αλλά όπως το ιστορικό παρελθόν δεν μεταβάλλεται, έτσι δεν αλλάζει και η γνώση ή άγνοια του ιστορικού για αυτό το παρελθόν. Άλλωστε πώς μπορεί να ξεπεράσει τις σιωπές του υλικού του ο ιστορικός, όταν οι μη ζώσες πηγές του δεν του το επιτρέπουν και η αντίστοιχη με αυτή του αρχαιολόγου Μηνά ‘σκαπάνη’ της ιστορικής επιστήμης δεν του επιφυλλάσσουν μια τέτοια ανακάλυψη; Μήπως πράγματι οι ‘σιωπές’ των πηγών εξηγούν γιατί οι ιστορικοί δεν ενδιαφέρθηκαν για ελλαδίτες πολεμιστές του Ισπανικού Εμφυλίου, όπως ο Αρίστος; Μήπως πάλι ήταν ο μικρός αριθμός των Ελλήνων πολεμιστών (λίγες εκατοντάδες μόνον μαζί από τον ελλαδικό χώρο και από τη διασπορά) ο λόγος που αποθάρρυνε ακόμη και τον ερευνητή, ο οποίος ξεφύλισσε το λεύκωμα με τις φωτογραφίες τους που εκδόθηκε πολύ νωρίς (πριν ακόμη ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος) στη Νέα Υόρκη; Ή μήπως τα αίτια της ιστοριογραφικής αδιαφορίας ή ίσως αμηχανίας θα πρέπει να συνδυαστούν με τις μετέπειτα εξελίξεις της ελληνικής πολιτικής ζωής, κυρίως τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο; 
Δεν είναι απαραίτητα εύκολη η απάντηση των παραπάνω ερωτημάτων. Ακόμη και το ενδιαφέρον για τη σύγκριση του ισπανικού και του ελληνικού εμφυλίου εκδηλώθηκε στην επιστημονική συζήτηση αρκετά περιορισμένα και μάλιστα πολύ πρόσφατα, μόλις στον 21ο αιώνα. Ο Μήτσος Παλαιολογόπουλος που συνέγραψε νωρίτερα ένα από τα ελάχιστα βιβλία για τη συμμετοχή Ελλήνων στον ισπανικό εμφύλιο τονίζει τη σοβαρότερη δυσκολία του ιστορικού που θα επέλεγε το ζήτημα ως αντικείμενο μελέτης: την απουσία πηγών. Ως μη ιστορικός ο Παλαιολογόπουλος ξεπέρασε αυτή τη δυσκολία συγκεντρώνοντας στο διάστημα της δικής του εξορίας στη Γαλλία, στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, προφορικές μαρτυρίες. Ωστόσο, τη δεκαετία του 1970 αλλά και τη δεκαετία του 1980 η χρήση και οι τρόποι αξιοποίησης των προφορικών μαρτυριών στη συγγραφή της ιστορίας ήταν ακόμη και για τους πιο τολμηρούς ιστορικούς θέματα επιστημονικής συζήτησης. Ειδικά αν οι μαρτυρίες αφορούσαν ένα τόσο πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα, όπως η συμμετοχή σε εμφύλιο πόλεμο, θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο ένας ιστορικός να αποτολμήσει την ενασχόλησή του με το συγκεκριμένο θέμα.    
Τα περιθώρια που ορίζονται για τη διερεύνηση ‘ευαίσθητων’ πολιτικά θεμάτων από την πολιτική κατάσταση μιας δεδομένης εποχής είναι συνήθως ανυπέρβλητα. Άλλώστε και το βιβλίο του Παλαιολογόπουλου δημοσιεύτηκε στα χρόνια της μεταπολίτευσης και παρουσιάστηκε ανοικτά στο ελληνικό κοινό μαζί με αυτό καθαυτό το ζήτημα της συμμετοχής Ελλήνων στον ισπανικό εμφύλιο μέσω της κρατικής τηλεόρασης μόλις το 1984, όταν η εκπομπή «Παρασκήνιο» αφιέρωσε ένα επεισόδιο της στην ιστορία ενός Χιώτη που πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, όπως ο Αρίστος της Νόρας Πυλόρωφ-Προκοπίου.
Και ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο που αξίζει να τονιστεί, είναι ότι η ιστορικότητα της ιστορίας του Αρίστου δεν διαφέρει από αυτή του παραπάνω Χιώτη ή των άλλων συμπολεμιστών του, των λίγων έστω που αποτόλμησαν να καταγράψουν κάποια στιγμή τις εμπειρίες τους στην Ισπανία. Μόνο που ο Αρίστος μιλά ελάχιστα για τον εαυτό και αφήνοντας τους άλλους και τις πράξεις του να μιλήσουν για αυτόν αναδεικνύεται σε μια ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση για τον αναγνώστη, μια πρόκληση που ισοδυναμεί με αυτή που αντιμετωπίζει ο ιστορικός ερευνητής, όταν ‘στέκεται’ απέναντι στους άγνωστους ήρωες του παρελθόντος επιδιώκοντας να τους κατανοήσει και να τους ερμηνεύσει μέσω των πηγών.  
Και να πως ξεδιπλώνεται η ιστορία του Αρίστου στο βιβλίο της Νόρας: Γεννήθηκε στην Ανάφη, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1910, ίσως και λίγο νωρίτερα, ίσως λίγο πριν το κίνημα στο Γουδί. Στα παιδικά του χρόνια βίωσε την πρώτη διάψευση της προσήλωσής του στην ίδια του την οικογένεια: η μητέρα του στα επτά του χρόνια τον άφησε σε ορφανοτροφείο στη Δράμα, γιατί δεν της έφτανε η πενιχρή σύνταξη του μακαρίτη πατέρα του για να συντηρήσει όλα τα παιδιά της. Ωστόσο, ο ίδιος ποτέ δεν την εγκατέλειψε αλλά και ποτέ δεν τη συγχώρεσε για την πρώτη διάψευση που του επεφύλαξε. Λίγα είναι γνωστά για το τι έκανε από τα έντεκά του που έφυγε από το ορφανοτροφείο μέχρι να βρεθεί για πρώτη φορά εξόριστος στον Άι-Στράτη στις αρχές της δεκαετίας του 1930, έπειτα την άνοιξη του 1936 στη Θεσσαλονίκη, όπου συμμετείχε στη λαϊκή εξέγερση της 9ης Μαΐου, και στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 1936, στο πλοίο που ξεκινώντας από την Καβάλα τον μετέφερε μέσω Μασσαλίας στην Ισπανία. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι ήταν ήδη μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος με αποτέλεσμα η θέση του στην Ελλάδα του Μεταξά να είναι εξαιρετικά επισφαλής. Ο ισπανικός εμφύλιος μάλλον έδωσε την ελπίδα στον Αρίστο, ίσως και τη μοναδική διέξοδο να υπερασπιστεί τα ιδανικά του στην εποχή της ακμής των ευρωπαϊκών δικτατοριών και στην εποχή που ακόμη και οι ριζοσπάστες διανοούμενοι ανησυχούσαν μήπως είχε φτάσει το τέλος της ελευθερίας. Και η αποχώρηση το 1938 από την Ισπανία εγκαινίασε τα σκοτεινά χρόνια στη ζωή αλλά και την προσωπικότητα του Αρίστου: από τη Γαλλία πέρασε στη Ρωσία, εκτοπίστηκε στη Σιβηρία, διαψεύστηκε κάθε ιδέα και αξία στην οποία αφιερώθηκε, και έπειτα ακολούθησε η φυλακή και πάλι η εξορία στην Ελλάδα μέχρι που το 1945 γύρισε στο χωριό στη Δράμα για να παντρευτεί την παπαδοκόρη αρραβωνιαστικιά του, τη Μαρία. Αναμφίβολα η προσωπική ιστορία του Αρίστου αναβιώνει μεμονωμένες και ιδιάζουσες πτυχές της ελληνικής πολιτικής ιστορίας και αναδεικνύει περίτρανα τη σπουδαιότητα των ρόλων που ανέλαβαν οι άσημοι, οι αφανείς, οι πολλοί απλοί ήρωες. 
Αλλά, όπως υποστηρίζει ο σύγχρονος ιστορικός, μια προσωπική ιστορία ακόμη και η απομνημονευματική καταγραφή της, δεν είναι επιστημονικά ιστορία αλλά το πρωτογενές υλικό της. Γνωρίζει όμως ο ίδιος ιστορικός την αδυναμία του να συγκεντρώσει και να ‘συναρμολογήσει’ σε ενιαίο, συμπαγές και αδιάβλητο σύνολο το τεράστιο πλήθος ατομικών ιστοριών. Και μάλλον αισθάνεται αμήχανος στην προσπάθειά του να απαντήσει στους επικριτές της επιστημονικότητας της επιστήμης του που απαιτούν από την ιστορία να είναι και λογοτεχνία αλλά και να συνδυάζει πολλών άλλων επιστημών τα εφόδια. Σε όλα αυτά η Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου δεν οφείλει απαντήσεις και δεν αισθάνεται αμηχανία. Αναμοχλεύει τους φόβους του ιστορικού και συνάμα προκαλεί το θαυμασμό του, διεκπεραιώνει με συνέπεια ολόκληρη ιστορική έρευνα και συγγραφική αδεία, τη διανθίζει με πηγές της φαντασίας, ώστε παραδίδει ένα εξαιρετικά ελκυστικό, υποδειγματικής μεθοδολογίας, ιστορικό μυθιστόρημα.  

Ελπίδα Κ. Βόγλη




        
           


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου