Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Μπέρτολντ Μπρεχτ, Η μπαλάντα για τη σεξουαλική σκλαβιά και άλλα ομοιοκατάληκτα ποιήματα, μεταφρασμένα από τη γράφουσα







Η μπαλάντα για τη σεξουαλική σκλαβιά


Σατανάς ίδιος είναι
και χασάπης! Μοσχάρια όλοι οι άλλοι να τα σφάξεις!
Κορμί χαμένο! Χειρότερος από τον κάθε γυναικά!
Ποιος γδύνει όμως αυτόν που όλους τους άλλους γδύνει; Τα κάθε είδους θηλυκά.
Δεν είναι θέμα αν θέλει – έτοιμος είναι κάθε στιγμή.
Είναι αυτό που λέν σκλαβιά σεξουαλική.
Στη Βίβλο δεν πιστεύει, ούτε στον Κώδικα τον Αστικό.
Μια που νομίζει ότι είναι ο πιο μεγάλος εγωιστής
Ξέρει πως όποιος δει γυναίκα παύει πια να΄ναι στη μοίρα του εξουσιαστής
Και δεν αφήνει θηλυκό δίπλα του να καθήσει:
Δεν κάνει όμως να βιάζεται.
Πριν ακόμα νυχτώσει, μαζί της συνουσιάζεται.

Εδώ είδαμε άντρες κι άντρες να πεθαίνουν.
Και πόρνες μεγάλους και τρανούς να ξετρελαίνουν!
Κι αυτοί που τα βλέπουν ό,τι όρκο πάρουν πως δεν τα χάβουν –
Σαν τα τινάξουν, πόρνες τους θάβουν.
Δεν είναι θέμα αν θέλουν – έτοιμοι είναι κάθε στιγμή.
Είναι αυτό που λέν σκλαβιά σεξουαλική.
Ο ένας τηρεί τη Βίβλο, κι ο άλλος τον Κώδικα τον Αστικό.
 Αντρας αν είναι Εβραίος, Χριστιανός ή αναρχικός!
Το μεσημέρι σέλινο να φάει αποφεύγει γενικώς.
Το απόγευμα για μια ιδέα μοχθεί.
Το βράδυ για το ότι πήρε επάνω του ενθουσιάζεται,
Πριν ακόμα νυχτώσει, μαζί της συνουσιάζεται.


Στην κρεμάλα τον πηγαίνουν για να τον τελειώσουν.
Ασβέστης αγοράστηκε για να τον ασβεστώσουν,
Η ζωή του από λεπτή κλωστίτσα κρέμεται
Κι ο τύπος κορίτσια ονειρεύεται.
Και στην κρεμάλα – έτοιμος είναι κάθε στιγμή.
Είναι αυτό που λένε σκλαβιά σεξουαλική.
Ετσι και αλλιώς χαμένος είναι από χέρι.
Γυναίκα είναι που του’δωσε του Ιούδα το φιλί.
Κι αρχίζει να καταλαβαίνει τι θα του συμβεί
Ότι της γυναίκας η τρύπα τάφος είναι
Τι κι αν με τον ίδιο τον εαυτό του θυμώνει και ταράζεται,
Πριν ακόμα νυχτώσει, μαζί της συνουσιάζεται.


Mπαλάντα για την «πόρνη των Εβραίων» Μαρί Ζάντερς
Βγάλαν στη Νυρεμβέργη νόμο
Και κλάψανε γυναίκες που
Πλάγιαζαν με λάθος άντρα.
   «Πληγές ανοίγει η σάρκα στις γειτονιές
    Τα τύμπανα χυπάν βαριά
    Θεέ μου, αν είχαν στο μυαλό τους πράξεις κακές
    Θα τις έκαναν τούτη τη νυχτιά».
Μαρί Ζάντερς, του αγαπητικού σου
Παραείναι μαύρα τα μαλλιά.
Καλύτερα να μην του φερθείς σήμερα
Όπως του φέρθηκες χτες.
   «Πληγές ανοίγει η σάρκα στις γειτονιές
    Τα τύμπανα χτυπάν βαριά.
    Θεέ μου, αν είχαν στο μυαλό τους πράξεις κακές
    Θα τις έκαναν τούτη τη νυχτιά».

Μάνα, δος μου το κλειδί
Δεν είναι δα και τόσο φοβερά.
Το φεγγάρι ίδιο είναι όπως πάντα.
   «Πληγές ανοίγει η σάρκα στις γειτονιές
    Τα τύμπανα χτυπάν βαριά
    Θεέ μου, αν είχαν στο μυαλό τους πράξεις κακές
    Θα τις έκαναν τούτη τη νυχτιά».

Ένα πρωί νωρίς στις εννιά
Την τριγύρισαν στην πόλη
Με την πουκαμίσα, στο λαιμό μια ταμπέλα, το κεφάλι γουλί.
Στα σοκάκια ούρλιαζε ο κόσμος. Αυτή
Κοίταξε ψυχρά γύρω της.
   «Πληγές ανοίγει η σάρκα στις γειτονιές
   Ο Στράιχερ* απόψε θα μιλήσει
   Αν μπορούσαμε να ακούσουμε αυτά που λέει
   Θα’χαμε καταλάβει πώς μας έχουν καταντήσει». 

*Στράιχερ, διαβόητος φασίστας, εκδότης του περιοδικού «Επιδρομέας», μιας εμπρηστικής αντισημιτικής φυλλάδας.
Το τραγούδι μιας Γερμανίδας μάνας
Γιε μου, δώρο τις μπότες σου’κανα
Και το πουκάμισο το καφετί:
Αυτό που ξέρω σήμερα αν ήξερα πιο πριν
Κάλλιο να είχα κρεμαστεί.

Γιε μου, το χέρι που σηκώθηκε
Τον Χίτλερ για να χαιρετήσει
 Δεν ήξερα πως το χέρι που χαιρέταγε
Θα’πρεπε να’χατε λιανίσει.
…………………………………………..
Γιε σου, σ’είδα που σ’έβαλε
Πίσω του να βαδίσεις.
Πώς να΄ξερα πως ακολουθώντας τον
Ποτέ δε θα γυρίσεις.

Γιε μου, είπες, η Γερμανία
Δε θα΄ταν πια η ίδια
Δεν ήξερα πως ματωμένες πέτρες
θα γινόταν, κι αποκαίδια.

Σε είδα να φοράς το καφετί πουκάμισο
Και δε σήκωσα γροθιά
Γιατί δεν ήξερα αυτό που ξέρω σήμερα:
Πως θα γινόταν το πουκάμισο η νεκρική σου φορεσιά.

Η Τζένη των κουρσάρων
Κύριοί μου, ποτήρια με βλέπετε σήμερα να πλένω
Και το κρεβάτι στον καθένα σας να στρώνω.
Μια δεκάρα μου πετάνε
Και τους ευχαριστώ για να τελειώνω.
Βλέπουν τα παλιόρουχα και το ξενοδοχείο που μένω
Αλλά ιδέα δεν έχουν με ποια μιλάνε.
Ομως ένα βράδυ φασαρία στο λιμάνι θ’ακουστεί
Και το πλήθος – τι άραγε συμβαίνει; -  θα φωνάξει
Πλένοντας τα ποτήρια να χαμογελάω να με δουν
Τι χαμογελάει άραγε αυτή;- θα πουν.
      Ένα καράβι με οκτώ πανιά
      και πενήντα κανόνια
      στο μώλο θα΄χει αράξει.

Μου λεν, πλύν’τα ποτήρια σου, κοπέλα μου καλή,
Να για τον κόπο πάρε και κάτι.
Την παίρνω τη δεκάρα τους για τη δουλειά μου
Και φτειάχνω το κρεβάτι!
Κανείς δε θα πλαγιάσει τη νύχτα αυτή.
Κι ακόμα αυτοί δεν ξέρουνε ποια είναι η αφεντιά μου.
Ομως ένα βράδυ βοή μεγάλη στο λιμάνι θ’ακουστεί.
Αραγε τι βοή να΄ναι; - θα ρωτήσουν
Στο παραθύρι να χαμογελάω θα με δουν
 Τι κακία είν’αυτή! - θα πουν.
      Και τα κανόνια απ’το καράβι
      με τα οκτώ πανιά
     την πόλη θα βομβαρδίσουν.
………………………………………………………………
Και εκατό το μεσημέρι στην ξηρά θα ορμήσουν
Σε σκιερές γωνιές θα περιμένουν
Και θα αρπάξουν τον καθένα στου σπιτιού του τις αυλές
Με αλυσίδες θα τον δένουν
Μπροστά μου θα τον φέρουν και θα ρωτήσουν:
Να σκοτώσουμε ποιον θες;
Και το μεσημέρι βαθιά σιγή θα’χει πέσει στο λιμάνι
Ολοι τους! - θα διατάξω
Σα με ρωτήσουν - ποιος στ’αλήθεια θα πεθάνει.
Κι όταν πέφτουν τα κεφάλια - αχ, τι κρίμα! θα φωνάξω.
      και θα με πάρει το καράβι με τα οκτώ πανιά
     και τα πενήντα κανόνια
     και θα χαθεί μαζί μου.
        


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου