Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Günter Eich


Μπήκε το 2012, είναι δυο μέρες τώρα, και πώς μπήκε! Κουρασμένο, μπαφιασμένο, σέρνει τα βήματά του, του περνάμε τη δυσφορία μας και μας μεταδίδει τη δική του. 

Παραμονή Πρωτοχρονιάς σε δεξίωση γάμου, και τα μαλλιά μας φτειάξαμε και τα τζοβαίρια μας φορέσαμε, ό,τι είχε τέλος πάντων η κάθε μια, και τα καλαμπούρια μας είπαμε, τα παλιά και χιλιοειπωμένα και τα καινούργια και σπαρταριστά, όμως το κέφι ήταν βεβιασμένο και χαμηλόφωνο και το χειλάκι μας δεν έσκασε χαμόγελο ή τουλάχιστον χαμόγελο που θα άρμοζε σε μια τέτοια βραδιά και στις προσπάθειες του οικοδεσπότη που έκανε τα χίλια-μύρια να μας περιποιηθεί.
Δεν έχω αντίδοτο. Πώς θα μπορούσα άλλωστε; Μ’όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας ας πορευτεί.
Ισως μια απάντηση βρίσκεται στην επιστροφή στα μικρά πράματα, στις ταπεινές χαρές, σε φίλους παλιούς που τους είχαμε δεδομένους και φίλους καινούργιους που θα τους προσεγγίσουμε με άλλο τρόπο πια και άλλα κριτήρια.
Θα ξαναψάξω τα παλιά μου τεφτέρια, θα βρω κομμάτια, θραύσματα λογοτεχνίας που αγάπησα, μικρά κοσμήματα, και θα τα ακουμπήσω σ’ένα λογοτεχνικό τραπεζάκι να τα μοιρασθώ με όσους ενδιαφέρονται
Με την αρχή της καινούργιας χρονιάς λοιπόν, και θέλοντας να ξεφύγω απ΄τις συνηθισμένες ευχές που ακούγονται κούφιες κι έχουν χάσει τη σχέση τους με την πραγματικότητα σας παραθέτω ένα ποίημα του Γερμανού ποιητή Günter Eich που το μετέφρασα πριν κάμποσα χρόνια και που το θεωρώ επίκαιρο όσο ποτέ:
Ξυπνήστε γιατί τα όνειρά σας είναι άσχημα

Ξυπνήστε γιατί τα όνειρά σας είναι άσχημα!
Μείνετε ξάγρυπνοι γιατί το τρομερό πλησιάζει.

Ερχεται και σε σένα που μένεις μακριά απ’τα μέρη που χύνεται αίμα,
και σε σένα και στο μεσημεριανό σου ύπνο
που δε σ’αρέσει να τον ενοχλούν.
Αν δεν έρθει σήμερα, θα’ρθει αύριο,
 να’σαι σίγουρος.

«Ω γλυκέ ύπνε, πάνω σε μαξιλάρια με κόκκινα λουλούδια,
δώρο χριστουγεννιάτικο της Ανννίτας που τρεις βδομάδες το κεντούσε,
ω γλυκέ ύπνε,
όταν το ψητό έχει λίπος  και τα λαχανικά είναι τρυφερά.
Σκέφτεται κανείς όταν αποκοιμιέται τα επίκαιρα από χτες το βράδυ:
πασχαλινά αρνιά, η φύση που ξυπνάει, εγκαίνια του καζίνο στο Μπάντεν- Μπάντεν,
το Κέμπριτζ νίκησε την Οξφόρδη με δυόμιση μήκη,
φτάνουν αυτά να απασχοληθεί ο εγκέφαλος.

Ω αυτό το μαλακό μαξιλάρι, πούπουλα πρώτης διαλογής!
Επάνω του ξεχνάει κανείς ό,τι εξοργιστικό στον κόσμο, την είδηση εκείνη παραδείγματος χάριν:
Η κατηγορούμενη για έκτρωση είπε στην απολογία της:
Η γυναίκα, μάνα με εφτά παιδιά, ήρθε σ’εμένα μ’ένα νεογέννητο,
 που δεν του’χε φασκιά και το’χε
τυλιγμένο σε χαρτί από εφημερίδα.
Τέλος πάντων αυτά είναι υποθέσεις του δικαστηρίου, όχι δικές μας.
Δεν μπορεί κανείς να κάνει τίποτε αν του ενός η τύχη είναι σκληρότερη απ’του άλλου.
Κι ό,τι προκειται να’ρθει ας το αντιμετωπίσουν τα εγγόνια μας»

«Α, κοιμάσαι κιόλας; Ξύπνα ολότελα, φίλε μου!
Ηδη τρέχει το ρεύμα στο συρματόπλεγμα και οι φρουροί είναι στις θέσεις τους».

Όχι , μην κοιμάστε, όταν αυτοί που διευθετούν τον κόσμο ενεργούν!
Δυσπιστείτε στην εξουσία τους που τάχα πρέπει να αποκτήσουν για σας!
Αγρυπνείτε, για να μην είναι άδειες οι καρδιές σας, όταν οι άλλοι υπολογίζουν στο κενό της καρδιάς σας!
Κάντε το ανώφελο, τραγουδείστε τα τραγούδια που δεν περιμένει κανείς από το στόμα σας!
Να’στε ενοχλητικοί, να’στε η άμμος, όχι το λάδι στη μηχανή του κόσμου!  
----------------------------------------------------------------------------------------
Ο Günter Eich γεννήθηκε το 1907 στο Λέμπους και πέθανε το 1972. Εγραψε ποίηση, θεατρικά έργα για ραδιόφωνο και τηλεόραση και πεζά. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ομάδας 47. Βραβέυτηκε με τα μεγαλύτερα γερμανικά λογοτεχνικά βραβεία. Παντρεύτηκε τη Γερμανίδα ποιήτρια Ιlsε Αichinger.
«Ανήκει στις πρώτες φωνές που μετά το 1945 δώσαν νέα μορφή στην γερμανική λογοτεχνία. Η ποίησή του σχίζει το δίχτυ της ψευτιάς, διασπάει το γαϊτανάκι που σχηματίζουν  οι φαινομενικά ποιητικές χαλκομανίες και εγκλείει μέσα στου στίχους της την αντίσταση ενάντια στα σκληρά θλιβερά γεγονότα. Ενάντια στη γενική πολυλογία, ενάντια στις λέξεις που πολυχρησιμοποιήθηκαν και φθάρηκαν σα συνθήματα».
Γράφει ο ποιητής: Ολες οι γνώμες που έχουν ειπωθεί προϋποθέτουν ότι ξέρουμε τι είναι πραγματικότητα. Οσο για μένα ομολογώ  ότι δεν το ξέρω. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν χρώματα που δεν τα βλέπουμε, ήχοι που δεν τους ακούμε. Οι αισθήσεις μας είναι αμφισβητήσιμες, και το ίδιο πρέπει να υποθέσω   για τον εγκέφαλο. Είμαι πρόθυμος να κινηθώ μέσα σ’αυτά τα πλαίσια. Αλλά έχω τις ίδιες δυσκολίες περίπου που αντιμετωπίζει ένας κωφάλαλος τυφλός. Γράφω ποιήματα για να προσανατολιστώ στην πραγματικότητα. Τα θεωρώ τριγωνομετρικά σημεία ή σημαδούρες που  ορίζουν την κατεύθυνση πάνω σε μια άγνωστη επιφάνεια. Μόνο με το γράψιμο τα πράγματα γίνονται πραγματικότητα. Για μένα η πραγματικότητα δεν αποτελεί προϋπόθεση αλλά σκοπό. Πρέπει πρώτα να τη δημιουργήσω.
Σύγχρονοι Γερμανοί Ποιητές, ανατύπωση από το περιοδικό «Διαγώνιος», αρ.2 και 3, 1972
Μετάφραση: Νόρα Πυλόρωφ-Προκοπίου
Εισαγωγή-Σημειώματα-Ανθολογία:Hannelore Ochs

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου