Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

Παρουσίαση "το Διαμαντένιο Άλφα", Πολύγυρος






Πολύγυρος 20-4-2015
Αποσπάσματα από την ομιλία του Γιάννη Αικατερινάρη
Το μυθιστόρημα της Νόρας Πυλόρωφ εκτυλίσσεται στην κρίσιμη ιστορική περίοδο, από τους βαλκανικούς πολέμους, ως την δικτατορία των συνταγματαρχών. Η συγγραφέας ωστόσο δεν επιδιώκει μια εύκολη καταγραφή της ιστορικής πραγματικότητας. Παράλληλα με την μελέτη των χαρακτήρων, διεισδύει στα πολιτικά γεγονότα και δίνει σ’ αυτά την δική της εκδοχή. Η διαχρονική απειλή του χαρακτηρισμού «επικίνδυνος δια την δημοσίαν  τάξιν και ασφάλειαν», πλανάται σε όλη την εξιστορούμενη περίοδο, καθώς λειτουργεί και ως άλλοθι όσων επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν, κάθε φορά, δικά τους συμφέροντα…
Η ζωή οκτώ γυναικών μιας αστικής οικογένειας τεσσάρων γενιών, μέσα σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους, χαρακτηρίζεται από ένα κλίμα ξέφρενου ερωτισμού,  γκροτέσκο καταστάσεις, ανταγωνισμούς χωρίς όρια, αποδοχή και  αποσιωπήσεις, κληρονομημένες ιδεολογίες κι ανικανοποίητες επιδιώξεις, για αλλαγή του τρόπου ζωής κι αναγνώριση. Συχνά σ’ άλλη κατεύθυνση δείχνει η «επιβεβλημένη» από την κοινωνία λογική και «χριστιανική ηθική», κι αλλού  η ψυχή οδηγεί…
Η Νόρα Πυλόρωφ στέκεται, παράλληλα με τη σημειολογία της  τοπιογραφίας και των γεγονότων, στους συμβολισμούς που αποκτούν γι’ αυτήν ορισμένα αντικείμενα. Το κόκκινο σαλόνι, κληρονομημένο από το πατρικό σπίτι, δεν κουβαλάει μόνο την κουλτούρα ενός ψευδοεπίγραφου αστικού τρόπου ζωής, γίνεται ο αδυσώπητος μάρτυρας οικογενειακών ανομημάτων, αν και θα  μπορούσε συνειρμικά να εκληφθεί και ως σύμβολο αμφισβήτησης ή και επαναστατικότητας... Το βαρύτιμο δαχτυλίδι με το διαμαντένιο Άλφα, από την άλλη, που πρωτοφόρεσε η Ανδρονίκη, προσδίδει την ισχύ και τη διαφορά σε όσες γυναίκες το φορούν, κατά τη δική τους τουλάχιστο αντίληψη.
Αν και τα διλλήματα, που αφορούν σε συναισθήματα, έρωτες, πάθη, φιλανθρωπίες, πατριωτικό - κοινωνικό καθήκον και αξίες ζωής είναι δύσκολα, η συγγραφέας τα διαχειρίζεται με μαεστρία. Με την ακρίβεια του νευροχειρουργού επικεντρώνεται σε αποκρυπτογράφηση των γυναικείων, κυρίως, χαρακτήρων της οικογένειας. Όσο κι αν ορισμένες απ’ αυτές προσπαθούν να απεξαρτηθούν από την ανδρική παρουσία, στο τέλος προσφεύγουν σ’ αυτή, αναζητώντας την ως μακρινό καταφύγιο. Αποκαλύπτει «αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης» από τις οποίες  σημαδεύονται πολλοί, έστω κι αν ελάχιστοι έχουν τη δύναμη να τις ομολογήσουν κι ακόμη λιγότεροι να τις εκφράσουν δημόσια.
Η σαρανταοχτάχρονη Αριστέα, κόρη της Ανδρονίκης, όταν γνώρισε τον κατά πολύ νεότερό της πρόσφυγα Πολύβιο, εκδηλώνει τους καταχωνιασμένοι πόθους της. Ο ίδιος είχε ξεσπιτωθεί, με άλλα μέλη της οικογένειάς του, από την Τιφλίδα για το Καρς, κι από εκεί το 1920 με το διωγμό των Ελλήνων και Αρμενίων για την Ελλάδα… Δύσκολα έκρυβε το λυγμό του όταν της εκμυστηρευόταν τα «όσα τράβηξε»:
 «…τα μαντάτα που έρχονται απ’ το Βατούμ είναι αποκαρδιωτικά. Οι πρόσφυγες που φτάνουν στο λιμάνι υποφέρουν τα πάνδεινα, γιατί καμιά πρόνοια δε υπάρχει, καμιά περίθαλψη, κατασκηνώνουν στο ύπαιθρο κατά χιλιάδες, στη βροχή και στον αγέρα. Οι εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης δεν κάνουν τίποτε, πλοία δεν έρχονται από την Ελλάδα, στα στρατόπεδα πεθαίνουν ζώα κι άνθρωποι καθημερινά από ασιτία κι αρρώστιες. (…) μέσα σε δυο μήνες πέθαναν πάνω από τέσσερις χιλιάδες γυναικόπαιδα από πείνα και επιδημίες, τύφο κι εντερικά. Όμως επιλογή δεν υπήρχε έπρεπε να φύγουμε. (…) Μάτωνε η καρδιά μου να βλέπω τον πατέρα μου. Απ’ το χαμό των αδελφών μου και μετά είχε γίνει μια στάλα άνθρωπος. (…) Δεν μου είναι εύκολο να μιλάω για κείνο το ταξίδι. Για τον τύφο, για την πείνα. Πονάει».
Αργότερα η παράνομη σχέση του Πολύβιου με την κατά πολύ νεότερή του Ανθή, εξόργισε τη μάνα της Αργυρώ, που ήταν η γυναίκα του Γιάγκου και νύφη της Αριστέας. Όταν αντιλήφθηκε το ανομολόγητο αμάρτημα αποκαλούσε τον Πολύβιο, «τουρκόσπορο που δεν είχε βρακί στον κώλο του και τον κάναμε άνθρωπο»!  Ξεχνούσε βέβαια πως κι αυτή ήταν πρόσφυγας, πως και η Ανθή, ήταν καρπός μιας εξωσυζυγικής σχέσης της με ένα Γάλλο, τον Πιερό. Υπηρετούσε στις δυνάμεις της Συμμαχικής Στρατιάς (ΑΝΤΑΝΤ) στη Θεσσαλονίκη κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και με το τέλος του αναχώρησε για την πατρίδα του…
Αλλά και ο μαυραγορίτης, δωσίλογος και αδίστακτος άντρας της, ο Γιάγκος, αποκαλούσε «μίασμα που μαγάρισε το καθαρό αίμα της οικογένειας» τον Ζακό, ένα ριζοσπάστη Εβραίο καπνεργάτη και στέλεχος της «Φεντερασιόν», γιατί είχε σχέση με την άλλη αδελφή του την Αμαλία… Η στάση της στα γεγονότα του Μάη του 1936, δίπλα στο Ζακό, ήταν η απάντηση.
Σε όλο το μυθιστόρημα η συγγραφέας δεν στέκεται στο «φαίνεσθαι», ούτε βεβαίως την απασχολεί η διασφάλιση της έξωθεν καλής μαρτυρίας του κάθε πρωταγωνιστή.  Λειτουργώντας ως καλός εξπρεσιονιστής ζωγράφος, συχνά κάνει νύξεις, δίνει αφορμές για ονειροπολήσεις και ερωτήματα για το αν οι επιλογές των πρωταγωνιστών οφείλονται σε αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης ή αν τις επιβάλλουν οι καταστάσεις και τα γεγονότα της εποχής. Ανιχνεύει και βγάζει προς τα έξω τις περίπλοκες ψυχικές αγωνίες των γυναικών και όσων σχετίζονται  με αυτές. Είναι ο λόγος που στέκεται σε καταχωνιασμένα πάθη και συμπεριφορές έξω από τους καθιερωμένους κανόνες, γιατί είναι αυτά που τελικά  αλλοιώνουν -παραμορφώνουν θα έλεγα σωστότερα- την ίδια τους την ύπαρξη.
Έτσι εκεί που διαφαίνονται στο μυθιστόρημά της Νόρας Πυλόρωφ οι προοπτικές να γεννηθεί ένας «ήρωας», εκεί η διαδρομή του ναρκοθετείται από τα κρίματα της οικογένειας και τους εξωγενείς παράγοντες της εποχής, όπως οι πόλεμοι, η προσφυγιά, η ανέχεια, οι διώξεις εθνολογικού ή ιδεολογικού χαρακτήρα…  Όσα κάποιοι προσπαθούν να του επιβάλουν ως αξίες ζωής, δεν έχουν θέση στις δικές του προτεραιότητες… Κι αυτό τον καταρρακώνει, χάνει το βηματισμό του, μπερδεύεται, αποκαμωμένος κι αδύναμος συμβιβάζεται με το πεπρωμένο του. Βγάζει μερικές φορές στην επιφάνεια τους όποιους ανομολόγητους πόθους κι απωθημένα είχε μέχρι τότε καταχωνιασμένα στο υποσυνείδητό του.
Η περίοδος κλείνει με την εκπνοή της τελευταίας πολιτειακής εκτροπής, της δικτατορίας των συνταγματαρχών της Χούντας. Η Αντριάνα, κόρη της Αγνής και μοναδική εγγονή της Αργυρώς, συγκλονίζεται όταν ξαφνικά μαθαίνει για το θάνατο του αριστερού πατέρα της, του Ανέστη. Τον είχαν πάει στη Λέρο από «το κολαστήριο ψυχών» της Γυάρου, για θεραπεία υποτίθεται… Το κακό μαντάτο της το έφερε ένας βαριά άρρωστος συγκρατούμενός του, που τον άφησαν ελεύθερο για να πεθάνει στη Θεσσαλονίκη…  Στο ένα βοτσαλάκι, που της έστειλε, έγραψε ένα Α… ίσως αφορούσε σε αυτή την ίδια, την Αντριάνα, ίσως στη μάνα της, την Αυγή…
Η Νόρα Πυλόρωφ δεν διστάζει να πει μεγάλες αλήθειες, που πολλούς «εκπλήττουν», αν και θα ‘πρεπε να τις γνωρίζουν καλά….   Λέει τα πράγματα με το όνομά τους!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου